Κυριακή 17 Απριλίου 2016

ΜΙΚΕΛΑΝΤΖΕΛΟ ΚΑΙ ΝΤΑ ΒΙΝΤΣΙ, των Κουστένη Παναγιώτη και Σινοπούλου Σταματίας

MICHELANGELO- Da VINCI Κουστένης Παναγιώτης Σινοπούλου Σταματία
Ο Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni, πιο γνωστός ως Michelangelo ή Μιχαήλ Άγγελος, γεννήθηκε στο Καπρέζε της Ιταλίας το Μάρτιο του 1475 και πέθανε το Φεβρουάριο του 1564 και αποτελεί ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς στην ιστορία της τέχνης. Ήταν γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής και ο μοναδικός καλλιτέχνης της εποχής, του οποίου η βιογραφία εκδόθηκε πριν το θάνατό του, στους Βίους του Τζόρτζιο Βαζάρι, ο οποίος επέλεξε να τον τοποθετήσει στην κορυφή των καλλιτεχνών, χρησιμοποιώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο το προσωνύμιο ο θεϊκός (Il Divino). Παρά την εμφανή κλίση του στη ζωγραφική και κατόπιν επιθυμίας του πατέρα του, σπούδασε αρχικά υπό την καθοδήγηση του ουμανιστή Φραντσέσκο ντ' Ουρμπίνο, αλλά το 1487 ξεκίνησε ως μαθητευόμενος στο εργαστήριο ζωγραφικής του Ντομένικο Γκιρλαντάγιο. Εκεί ήρθε σε επαφή με την τεχνική της νωπογραφίας και εξασκήθηκε στο σχέδιο. Θεωρείται πιθανό πως ο Μιχαήλ Άγγελος παρέμεινε στο εργαστήριο του Γκιρλαντάγιο στην διάρκεια τριών ετών μαθητείας, σύμφωνα με σχετική σύμβαση που είχε υπογράψει ο πατέρας του το 1488, ωστόσο υπήρξε σε μεγάλο βαθμό αυτοδίδακτος. Επισκεπτόμενος τον Κήπο των Μεδίκων, όπου διατηρείτο σημαντική συλλογή από αρχαία γλυπτά υπό την εποπτεία του γλύπτη Μπρετόλντο ντι Τζοβάνι, διδάχθηκε την τέχνη της γλυπτικής ενώ παράλληλα γνώρισε τον Λορέντσο των Μεδίκων, επιφανή άρχοντα της Φλωρεντίας, ο οποίος τον εισήγαγε στην αυλή του. Εκπαιδεύτηκε δίπλα στους γιους του Λορέντσο, ενώ συνδέθηκε με τον Μαρσίλιο Φιτσίνο και τον ποιητή Άντζελο Πολιτσιάνο καθώς και τις ιδέες του νεοπλατωνισμού. Σε αυτή την περίοδο, ο Μιχαήλ Άγγελος ολοκλήρωσε δύο μαρμάρινα ανάγλυφα, την Παναγία της Σκάλας (1490-1492) και την Μάχη των Κενταύρων (1491-1492), έργο κατά παραγγελία του Λορέντσο και βασισμένο σε ένα θέμα που πρότεινε ο Πολιτσιάνο. Μετά το θάνατο του Λορέντσο, τον Απρίλιο του 1492, φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι του Santo Spirito, όπου του δόθηκε η δυνατότητα να αποκτήσει γνώσεις ανατομίας, μελετώντας τα πτώματα του γειτονικού νοσοκομείου. Σε ανταπόδοση της φιλοξενίας, ο Μιχαήλ Άγγελος φιλοτέχνησε έναν ξυλόγλυπτο Εσταυρωμένο (1493), έργο το οποίο δώρισε στο μοναστήρι. Στην ίδια χρονική περίοδο ανήκει και το πρώτο ίσως πολύ σημαντικό γλυπτό του, ο Ηρακλής, έργο που αρχικά τοποθετήθηκε στο Παλάτσο Στρότσι αλλά αργότερα μεταφέρθηκε στη Γαλλία όπου πιθανά καταστράφηκε τον 18ο αιώνα. Ο Μιχαήλ Άγγελος παρέμεινε στην υπηρεσία των Μεδίκων μέχρι την άνοδο του μοναχού Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα και της απήχησης των κηρυγμάτων του. Υπό τον φόβο αντιποίνων, ως ευνοούμενος των Μεδίκων, ο Μιχαήλ Άγγελος εγκατέλειψε την Φλωρεντία και αφού έμεινε για ένα διάστημα στη Βενετία, εγκαταστάθηκε αργότερα στη Μπολόνια. Εκεί εξασφάλισε μία σημαντική παραγγελία για την ολοκλήρωση τριών ημιτελών γλυπτών, για την εκκλησία του Σαν Ντομένικο. Παρέμεινε στη Μπολόνια για περισσότερο από ένα χρόνο και επέστρεψε στη Φλωρεντία το Νοέμβριο του 1495. Ο Μιχαήλ Άγγελος, σε αντίθεση με τον Leonardo ντα Βίντσι που θεωρούσε τον Σαβοναρόλα φανατικό, επηρεάστηκε από τα κηρύγματά του, τα οποία ενδεχομένως να συνέβαλαν στην θρησκευτική του συγκρότηση. Το 1496 επισκέφτηκε τη Ρώμη και αργότερα ανέλαβε τη δημιουργία της πιετα, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην καταξίωσή του, ενώ αποτελεί και το μοναδικό έργο που φέρει την υπογραφή του. Ο Michelangelo έμεινε στη Ρώμη για περίπου πέντε χρόνια και στη συνέχεια επέστρεψε στη Φλωρεντία, όπου ανέλαβε αρκετές παραγγελίες έργων. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η ανάθεση του Δαβίδ, για τον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας, ενός μαρμάρινου γλυπτού μεγάλων διαστάσεων. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1504 προσδίδοντας μεγάλο κύρος στο Michelangelo. Αποτέλεσε παράλληλα σύμβολο της νέας Φλωρεντινής δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να τοποθετηθεί τελικά στην Plazza della Signoria μπροστά από το Palazzo Vecchio. Το 1505, ο Μιχαήλ Άγγελος επέστρεψε στη Ρώμη μετά από πρόσκληση του νέου Πάπα Ιουλίου Β΄, ο οποίος του ανέθεσε τη δημιουργία ενός επιβλητικού μαυσωλείου. Το έργο αυτό τελικά έμεινε ημιτελές, ωστόσο κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας του, ο Michelangelo αναλάμβανε παράλληλα και άλλες παραγγελίες. Μία από αυτές αφορούσε στην διακόσμηση του θόλου του Παπικού Παρεκκλησίου (Καπέλα Σιξτίνα), με νωπογραφίες των δώδεκα Αποστόλων. Ο Μιχαήλ Άγγελος αντιπρότεινε ένα περισσότερο σύνθετο και φιλόδοξο εγχείρημα, δημιουργώντας τελικά, σε διάστημα τεσσάρων ετών (1508-1512), περισσότερες από 300 βιβλικές φιγούρες και άλλες θρησκευτικές παραστάσεις, όπως σκηνές από την Γένεση, την ιστορία του Νώε ή τη Δευτέρα Παρουσία. Τα τέσσερα αυτά χρόνια, λέγεται, ότι ο Michelangelo δεν βγήκε από την Καπέλα Σιξτίνα παρά ελάχιστα και δεν επέτρεψε σε κανέναν να δει το έργο του, δημιουργώντας έτσι μια αναστάτωση, μια φήμη, και πλήθος κόσμου σύρρεε έξω από το Παρεκκλήσι. Στις αρχές της δεκαετίας του 1530, επισκέφτηκε εκ νέου τη Ρώμη πραγματοποιώντας προσπάθεια να ολοκληρώσει ημιτελή έργα. Οι εργασίες διακόπηκαν την περίοδο 1534-1541, όταν ανέλαβε να ζωγραφίσει την Δευτέρα Παρουσία στην Καπέλα Σιξτίνα. Στα τελευταία χρόνια της εξουσίας του πάπα Παύλου Γ', ανέλαβε επίσης μία σειρά από αρχιτεκτονικά έργα, με σημαντικότερα ίσως αυτά που αφορούσαν την αναμόρφωση της πλατείας του Καπιτωλίου και το Παλάτσο Φαρνέζε. Το 1546, διορίστηκε υπεύθυνος αρχιτέκτονας για την ολοκλήρωση της κατασκευής της βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Τα σχέδια που ακολουθήθηκαν ανήκαν στον Ντονάτο Μπραμάντε, ωστόσο ο Μιχαήλ Άγγελος σχεδίασε το θόλο της, η κατασκευή του οποίου ολοκληρώθηκε πριν το θάνατό του, αν και η τοποθέτησή του έλαβε χώρα μεταγενέστερα. Πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1564. Σύμφωνα με τον Βαζάρι, διατύπωσε τη διαθήκη του λέγοντας πως αφήνει "την ψυχή του στο Θεό, το σώμα του στη γη και τα υλικά αγαθά στους πιο κοντινούς συγγενείς". Η σορός του εναποτέθηκε σε μία σαρκοφάγο στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στη Ρώμη, αλλά μετά από λίγες ημέρες, ο ανηψιός του, Λιονάρντο Μπουανόρι, οργάνωσε την κλοπή της, μεταφέροντας το λείψανο στην Βασιλική της Santa Croce της Φλωρεντίας, εκπληρώνοντας σχετική επιθυμία του ίδιου του Μιχαήλ Άγγελου. ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ Σημαντική καινοτομία του Michelangelo υπήρξε η απεικόνιση θεμάτων στο θόλο της Καπέλα Σιξτίνα που προέρχονταν από την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή παράδοση, χωρίς άμεση σχέση με την χριστιανική θρησκεία, όπως οι Σίβυλλες για παράδειγμα. Ο θόλος, επίσης, στο παρεκκλήσι ήταν τόσο ψηλά που επινόησε μία τεχνοτροπία. Ζωγράφισε παραμορφωμένες τις φιγούρες, έτσι ώστε ο θεατής, που βρίσκεται αρκετά μέτρα πιο κάτω, να τις βλέπει κανονικές.
LEONARDO DA VINCI Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1452 και πέθανε το Μάιο του 1519. Ήταν Ιταλός αρχιτέκτονας, ζωγράφος, γλύπτης, μουσικός, εφευρέτης, μηχανικός, ανατόμος, γεωμέτρης, παλαιοντολόγος και γιατρός και έζησε την περίοδο της Αναγέννησης.
Ήταν ο καρπός του έρωτα της αγροτισσας Caterina και ενός συμβολαιογράφου και γαιοκτήμονα, του Ser Piero. Η μόρφωση που έλαβε, περιορίστηκε σε διδασκαλία στο σπίτι. Αν και δεν πήγε σχολείο, έμαθε πολύ καλά ελληνικά και λατινικά. Έπαιζε πολύ καλή λύρα. Θεωρείται αρχετυπική μορφή του αναγεννησιακού ουμανιστή και επιστήμονα, του αναγεννησιακού καλλιτέχνη, Homo Universalis και μια ιδιοφυής προσωπικότητα. Μεταξύ των πιο διάσημων έργων του συγκαταλέγονται η Μόνα Λίζα και ο Μυστικός Δείπνος. Εκτός από τα παραπάνω, ενδιαφερόταν για την αστρονομία, τη βοτανική, τη συγγραφή, την ιστορία και τη χαρτογραφία. Το πλήρες του όνομα ήταν Leonardo di ser Piero da Vinci αν και συνήθως υπέγραφε ως «Leonardo» ή «Io, Leonardo» (= «Εγώ, ο Leonardo»). Στάλθηκε σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ως μαθητευόμενος στο εργαστήριο του φλωρεντινού ζωγράφου και αρχιτέκτονα Αντρέα ντελ Βερρόκκιο. Το 1472 ο Leonardo γίνεται (σύμφωνα με το έθιμο της εποχής) μέλος της συντεχνίας των ζωγράφων της Φλωρεντίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι αποτελούσε πλέον ανεξάρτητο καλλιτέχνη. Το πιο πρώιμο γνωστό έργο του αποτελεί το επονομαζόμενο «Σχέδιο τοπίου στην κοιλάδα του Άρνου», το οποίο βρίσκεται σήμερα στην Πινακοθήκη Ουφίτσι της Φλωρεντίας. Το 1482, μετακόμισε στο Μιλάνο όπου πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως μηχανικός, ζωγράφος και γλύπτης στον ηγεμόνα του Μιλάνου Λουδοβίκο Σφόρτσα. Ο Leonardo διέθετε δικό του εργαστήριο με βοηθούς. Την ίδια περίπου περίοδο εργάστηκε ως σύμβουλος αρχιτέκτονας στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου, ενώ το διάστημα 1495-1498, μετά από παραγγελία του Λουδοβίκου Σφόρτσα ζωγραφίζει τον «Μυστικό Δείπνο» στο μοναστήρι της Σάντα Μαρία ντελλε Γκράτσιε και, μεταξύ 1483 και 1508, την Παναγία των Βράχων ύστερα από παραγγελία της Αδελφότητας της Άμωμης Σύλληψης του Μιλάνου. Ως καλλιτέχνης της αυλής, ο Leonardo δέχθηκε αρκετές παραγγελίες για έργα που τις περισσότερες φορές, ωστόσο, άφηνε ημιτελή. Τον Οκτώβριο του 1499 και μετά την ήττα του προστάτη του Λουδοβίκου Σφόρτσα από τα γαλλικά στρατεύματα, ξεκινά κατά πάσα πιθανότητα ένα φιλόδοξο έργο για λογαριασμό του Λουδοβίκου ΙΒ΄, βασιλιά της Γαλλίας. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους εγκαταλείπει το Μιλάνο και περνά ένα διάστημα στη Βενετία, για να επιστρέψει, το 1500, στη Φλωρεντία, όπου ξεκινά ίσως η παραγωγικότερη περίοδός του ως ζωγράφου.Τον Ιούνιο του 1502 ταξιδεύει με τον Καίσαρα Βοργία στην κεντρική και άνω Ιταλία με την ιδιότητα του αρχιτέκτονα και μηχανικού. Μεταξύ άλλων σχεδιάζει χάρτες για τις εκστρατείες του Καίσαρα. Τον Μάρτιο του επόμενου χρόνου βρίσκεται πάλι στη Φλωρεντία, όπου ξεκινά να εργάζεται πάνω στο περίφημο έργο του, την Μόνα Λίζα, κατόπιν παραγγελίας του συζύγου της Φραντσέσκο ντελ Τζοκόντο. Την περίοδο 1508-1512 ζει σχεδόν αποκλειστικά στο Μιλάνο, παρέχοντας τις υπηρεσίες του στον Σαρλ ντ' Αμπουάζ (Charles d' Amboise), κυβερνήτη της πόλης. Ο Leonardo αποτελεί πλέον διάσημο καλλιτέχνη και το διάστημα αυτό υποβάλλει σχέδια για το μνημείο του Τριβούλτσιο, συνεχίζει τις ανατομικές του μελέτες και αναλαμβάνει αρκετές παραγγελίες. Μετά τον θάνατο του Σαρλ ντ' Αμπουάζ, το 1511, και την εκδίωξη των Γάλλων από το Μιλάνο τον επόμενο χρόνο, ο Leonardo επισκέπτεται τη Ρώμη υπό την προστασία του αδελφού του Πάπα Λέοντα Ι΄, Τζουλιάνο των Μεδίκων. Στο περιβάλλον της παπικής αυλής καταπιάνεται με διάφορα επιστημονικά πειράματα και μελέτες. Πέρα από διάφορες εφευρέσεις του, σχεδιάζει το έργο της αποξηράνσεως των ελών της περιοχής Ποντίνι, νότια της Ρώμης. Μετά τον θάνατο του Τζουλιάνο των Μεδίκων, το 1516, δέχεται την πρόσκληση του βασιλιά της Γαλλίας Φραγκίσκου Α΄ και εργάζεται ως ζωγράφος της βασιλικής αυλής. Παράλληλα, συνεχίζει τα πειράματα του και ασχολείται με αρχιτεκτονικά και αρδευτικά σχέδια. Στις 23 Απριλίου του 1519 συντάσσει τη διαθήκη του και τελικά πεθαίνει στις 2 Μαΐου στο Cloux της Γαλλίας, κοντά στον βασιλικό πύργο του Amboise. Σύμφωνα με προσωπική του επιθυμία, τάφηκε στην εκκλησία Sainte Florentine, στο Amboise. Ο τάφος του συλήθηκε την περίοδο των θρησκευτικών πολέμων, αλλά έχει διατηρηθεί η επιγραφή της εκκλησίας. Οι πρώτες δημιουργίες του Leonardo έγιναν την περίοδο που ήταν μαθητευόμενος του Βερόκιο. Ακόμα και σε αυτά τα πρώιμα έργα του, αναδεικνύεται το ταλέντο του στο σχέδιο αλλά και η πειθαρχημένη προσοχή του στη λεπτομέρεια. Ο Leonardo πραγματοποίησε μεταξύ άλλων πολλές σπουδές παρατηρώντας τη φύση, όπως το περίφημο Τοπίο του Άρνου. Οι σπουδές αυτές είχαν τελικά άμεση εφαρμογή σε μεταγενέστερα έργα του, καθώς σχεδόν σε κάθε πίνακα του διακρίνεται και ένα τοπίο στο φόντο. Ο πρώτος ανεξάρτητος πίνακας του Leonardo θεωρείται από πολλούς η Παναγία με το γαρύφαλλο που βρίσκεται σήμερα στην Παλαιά Πινακοθήκη του Μονάχου, αν και μάλλον τον ζωγράφισε όσο βρισκόταν ακόμα στο εργαστήριο του Βερόκιο. Σε αυτό το έργο διακρίνονται και επιδράσεις από τους Φλαμανδούς ζωγράφους του παρελθόντος. Ανάλογοι πίνακες ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένοι τον 15ο αιώνα στη Φλωρεντία και προορίζονταν για ιδιωτικό προσκύνημα.
Μόνα Λίζα: θεωρία #1: Το χαμόγελό της αποκαλύπτει ότι κυοφορούσε κρυφά. θεωρία #2: Διασκέδαζε με μουσικούς και κλόουν που είχαν πάει για να την την ψυχαγωγήσουν, ενώ ο Λεονάρντο ζωγράφιzε το πορτρέτο της. (Μια άλλη θεωρία λέει ότι η Μόνα Λίζα είναι το πορτρέτο του ίδιου του Ντα Βίντσι, πονηρά συγκεκαλυμμένο). Ο ιστορικός τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια James Beck, αντιτάσσει: «Όσο βέβαιος είμαι ότι το φεγγάρι δεν είναι φτιαγμένο από πράσινο τυρί, άλλο τόσο σίγουρος είμαι ότι δεν εμφανίζεται ο Ντα Βίντσι στον πίνακα».
Αν και εντελώς ασυνήθιστο για έναν ζωγράφο, ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι δεν άφησε πίσω καμία ρεαλιστική εικόνα με τον εαυτό του.
Ο Μπιλ Γκέιτς αγόρασε το "Codex Leicester" το 1995 για 30 εκατομμύρια δολλάρια. Το χειρόγραφο, το μόνο που δεν βρίσκεται στην Ευρώπη, περιλαμβάνει μελέτες του Ντα Βίντσι για υδραυλικά συστήματα και την κυκλοφορία νερού. Ο Ντα Βίντσι αγαπούσε το νερό. Ανέπτυξε σχέδια για πλωτά χιονοπέδιλα, αναπνευστική συσκευή για υποβρύχια εξερεύνηση, ένα σωσίβιο και μία καταδυτική καμπάνα, ώστε να μπορεί κάποιος να επιτεθεί κάτω από ένα πλοίο. Σε περίπτωση που χρειαζόταν. Hταν ο πρώτος που εξήγησε γιατί ο ουρανός είναι μπλε (εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο ο αέρας διαχέει το φως του ήλιου) και που κατάλαβε γιατί ολόκληρο το φεγγάρι είναι αμυδρά ορατό όταν πρόκειται για λεπτή ημισέληνο (η σκοτεινή πλευρά του, φωτίζεται από το φως που ανακλάται από τη Γη, η οποία εμφανίζεται 50 φορές πιο φωτεινή στο φεγγάρι, από ό,τι η πανσέληνος εμφανίζεται στη γη). . Ο Ντα Βίντσι σχεδίασε ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο, ένα άρμα όπως αυτό που χρησιμοποιούσαν οι Σκύθες, ένα γιγαντιαίο τρυπάνι, έναν περιστρεφόμενο γερανό, μια τροχαλία, έναν εκσκαφέα και ένα ιπτάμενο πλοίο.Η διάβρωση από τα ποτάμια, τον έπεισε ότι η Γη είναι πολύ μεγαλύτερη σε ηλικία από όσο αναφέρει η Αγία Γραφή και υποστήριξε ότι η πτώση της στάθμης της θάλασσας -και όχι ο κατακλυσμός του Νώε- άφησε θαλάσσια απολιθώματα στα βουνά. Ο αμφιδέξιος και δυσλεκτικός ζωγράφος, το πρότυπο του "οικουμενικού ανθρώπου" της Αναγέννησης, μπορούσε να ζωγραφίσει προς τα εμπρός με το ένα χέρι, ενώ έγραφε προς τα πίσω με το άλλο, δημιουργώντας έναν καθρέφτη-εικόνα που είναι δύσκολο να διαβάσουν όσοι βρίσκονταν μπροστά του. Τεμαχίζοντας πτώματα, ο Ντα Βίντσι αντικαθιστούσε τους μύες με χορδές για να δει πώς θα δουλέψουν. Ήταν μεγάλος οπαδός των λογοπαιγνίων. Το "Folio 44" του Codex Arundel του, περιέχει έναν μακρύ κατάλογο με παιχνιδιάρικα συνώνυμα για το πέος.
Τον Αύγουστο του 2003, η "Madonna of the Yarnwinder" του Ντα Βίντσι, αξίας 65 εκατ. δολαρίων, εκλάπη από το κάστρο Drumlanrig στη Σκωτία, από δύο άνδρες που εμφανίστηκαν ως τουρίστες και δραπέτευσαν με ένα Volkswagen Golf. Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο LIFO.gr το 2015 από την Α. Κολοβού.
ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ζωγραφικής του δημιουργίας είναι η συνθεση σφιχτοδεμένων ανθρώπινων ομάδων, η ποικιλία των χειρονομιών και των εκφράσεων, η επιμονή στον πνευματικό προσανατολισμό ενός πίνακα, το αινιγματικό χαμόγελο, η πυκνή φωτοσκίαση, η έκφραση των συναισθημάτων των προσώπων. Η επιρροή του Leonardo στη ζωγραφική είναι τεράστια. Το διακριτικό πλάσιμο ανάμεσα στο φως και τη σκιά (σφουμάτο) ανέδειξαν τις δυνατότητες της ελαιογραφίας, την οποία χρησιμοποίησε ο Leonardo μαζί με τους πρώτους Ιταλούς ζωγράφους. Πηγές: Wikipedia, netschoolbook.gr

ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ< ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΛΗ, των Παναγιώτη Κουστένη και Ανδρέα Καλλέργη

ΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ. (ιστορική προσέγγιση ) Παναγιώτης Κουστένης Ανδρέας Καλλέργης Μάρτιος 16’
Η Φλωρεντία είναι πόλη της Ιταλίας, πρωτεύουσα της περιφέρειας της Τοσκάνης και της ομώνυμης επαρχίας. Από το 1865 έως το 1870 ήταν η πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ιταλίας. Η πόλη βρίσκεται επί του ποταμού Άρνου και αριθμεί περίπου 400.000 κατοίκους. Κέντρο εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα, η Φλωρεντία κυβερνήθηκε από την οικογένεια των Μεδίκων . Θεωρείται το λίκνο της ιταλικής Αναγέννησης και είναι γνωστή για τους καλλιτεχνικούς της θησαυρούς. Το ιστορικό κέντρο της πόλης έχει χαρακτηριστεί ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO. Ρωμαϊκή περίοδος. Η Φλωρεντία ιδρύθηκε πιθανώς το 200 π.Χ., νότια της πόλης Φιέζολε (λατ. Faesulae), με την οποία και για αιώνες βρίσκονταν σε ανταγωνισμό. Καταστράφηκε από τον Σύλλα το 82 π.Χ. και ανοικοδομήθηκε το 59 π.Χ. Συγκεκριμένα, ο Ιούλιος Καίσαρας παραχώρησε στους βετεράνους του τα εύφορα εδάφη που βρίσκονταν στις όχθες του ποταμού Άρνου. Χάρη στην γεωγραφική τοποθεσία της, πάνω στην Κασσία Οδό (Via Cassia), που ένωνε την Ρώμη με την Βόρεια Ιταλία, οι πρώτοι οικισμοί αναπτύχθηκαν ταχύτατα για να πάρουν διαστάσεις πόλεως. Επί Διοκλητιανού η πόλη προάγεται σε πρωτεύουσα της επαρχίας της Τουσκίας (Tuscia) τον 3ο αιώνα μ.Χ. Μεσαίωνας. Από τον 4ο αιώνα η πόλη γνωρίζει εισβολές και καταστροφές - όπως των Οστρογότθων - για να μειωθεί ο πληθυσμός της, ενώ η κυριαρχία της αλλάζει συχνά χέρια. Επί των Λομβαρδών η πόλη γνωρίζει μια σχετική περίοδο ειρήνης τον 6ο αιώνα. Η πόλη κατακτήθηκε το 774 από τον Καρλομάγνο (Charlemagne). Aργότερα το 1054 περιήλθε στη Ματθίλδη κόμισσα της Τοσκάνης η οποία λαμβάνοντας εκ κληρονομιάς το Δουκάτο της Τοσκάνης, που είχε πρωτεύουσα τη Λούκκα (Lucca), δώρισε τη Φλωρεντία στον Πάπα Γρηγόριο Ζ΄. Έτσι υπό την παπική επιρροή η Φλωρεντία αναπτύχθηκε πολύ γρήγορα και γνώρισε μεγάλη ευημερία. Το 1125 τα φλωρεντινά στρατεύματα κατέλαβαν και κατέστρεψαν την ανταγωνίστρια πόλη Φιέζολε. Η τακτική αυτή όμως των επιθέσεων στις γύρω περιοχές εξόργισε τον νέο Αυτοκράτορα Φρειδερίκο που είχε αναλάβει το 1152, με συνέπεια να ορίσει αντιπρόσωπό του στη διοίκηση της πόλης. Η επέμβαση αυτή είχε ως συνέπεια να χωρισθούν οι κάτοικοι σε φιλομοναρχικούς και φιλοπαπικούς. Από τον 13ο έως τον 14ο αιώνα η Φλωρεντία αντιμετωπίζει βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές εξαιτίας, αφενός, της ενίσχυσης των επιχειρηματικών κέντρων εντός της κοινότητας, και, αφετέρου, της σφοδρής εμφύλιας σύρραξης μεταξύ των φιλομοναρχικών "Γιβελίνων" (Ghibellini), οπαδών του Γερμανού Αυτοκράτορα, και των φιλοπαπικών "Γουέλφων" (Guelfi), οπαδών της Παπικής εξουσίας . Οι δύο αυτές ομάδες ακολουθούν την ανάπτυξη της κοινότητας που, όπως στις άλλες πόλης της βόρειας Ιταλίας, καθορίζει την εμφάνιση των αυτόνομων κυβερνήσεων που απέκτησαν την κυριαρχία τους κατόπιν μιας σφοδρής διαμάχης που κατέληξε στην ειρήνη της Κωνσταντίας. Σύμφωνα με την συνθήκη, που παραχωρήθηκε από τον Φρειδερίκο Α΄ το 1183, οι ιταλικές κοινότητες απέκτησαν κυριαρχικά δικαιώματα, πράγμα που τις καθιστούσε πραγματικές πόλεις-κράτη. Αναγέννηση. Στη διάρκεια των επόμενων αιώνων διαμορφώθηκε στη Φλωρεντία ένα κοινοτικό καθεστώς με κυρίαρχη την παρουσία των συντεχνιών, επαγγελματικών οργανώσεων που εκπροσωπούσαν σημαντικούς κλάδους της οικονομίας. Οι απλοί εργάτες και ορισμένα επαγγέλματα, όπως οι δάσκαλοι, αποκλείονταν από τη διακυβέρνηση της πόλης καθώς δεν τους επιτρεπόταν να ιδρύσουν δική τους συντεχνία. Αποκλεισμένες επίσης από τα δημόσια αξιώματα ήταν από το 1293 και συγκεκριμένες οικογένειες φεουδαρχών. Κατά καιρούς και σε δύσκολες περιστάσεις η πόλη ανέθετε δικτατορικές εξουσίες σε ένα πρόσωπο, όπως έγινε το 1342-3 με τον Γάλλο ιππότη Βάλτερ ντε Μπριέν ΣΤ΄ (Walter de Brienne). Μετά την εκδίωξη του τελευταίου διαμορφώθηκε ένα μοντέλο διακυβέρνησης με εκτελεστικά και νομοθετικά σώματα που εκπροσωπούσαν τις συντεχνίες και είχαν βραχυχρόνιες θητείες. Επικεφαλής της πόλης ήταν ένα 9μελές συμβούλιο με δίμηνη θητεία, η "Αρχοντία" (Signoria). Συμβουλευτικό ρόλο έπαιζαν δύο συμβούλια, οι Buonuomini και οι Gonfalonieri, με 12 και 16 μέλη και τρίμηνη και τετράμηνη θητεία αντιστοίχως. Η δικαστική εξουσία ήταν μοιρασμένη μεταξύ των εκκλησιαστικών αρχών, των συντεχνιών και ξένων αξιωματούχων με σύντομη θητεία. Οι διαμάχες μεταξύ αντίπαλων φατριών και η ογκούμενη δυσαρέσκεια των φτωχών εργατών και των κατώτερων στρωμάτων εξαιτίας της ανεργίας, της έλλειψης τροφίμων και της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων οδήγησαν το καλοκαίρι του 1378 στην ανοιχτή εξέγερση των Τσόμπι (Ciompi, εργατών εριουργίας). (Εριουργία είναι ενας κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας που κατεργάζεται το έριο (μαλλί) σε καθαρή μορφή ή ανάμεικτο με βαμβάκι, συνθετικές ίνες κλπ.) Η εξέγερση αυτή πρόσκαιρα επικράτησε και συγκροτήθηκε συντεχνία των εργατών που εκπροσωπήθηκε στη Σινιορία. Τον Σεπτέμβρη όμως της ίδιας χρονιάς διασπάστηκε η άτυπη συμμαχία μεταξύ του προλεταριάτου και των κατώτερων στρωμάτων της αστικής τάξης και η συντεχνία των εργατών διαλύθηκε. Δόθηκαν όμως περισσότερες έδρες στα διοικητικά σώματα της πόλης στις κατώτερες συντεχνίες ενώ πολλοί ευγενείς ποπολάνοι παρέμειναν εξόριστοι. Το νέο καθεστώς ανατράπηκε το 1382 και μέχρι το 1434 κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή της πόλης η πολιτική φατρία στην οποία ηγεμόνευε η οικογένεια των Albizzi. Η περίοδος αυτή της "ολιγαρχικής" όπως ονομάστηκε διακυβέρνησης σημαδεύτηκε από πολεμικές συγκρούσεις, πρώτα με τον Δούκα του Μιλάνου Τζανγκαλεάτσο Βισκόντι ο οποίος το 1398 κατέλαβε την Πίζα και το 1402 απείλησε σοβαρά και την ίδια την πόλη. Ο θάνατός του όμως την ίδια χρονιά απελευθέρωσε την πόλη από τον ασφυκτικό κλοιό του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1406, η Φλωρεντία κατέλαβε με τη σειρά της την Πίζα εξασφαλίζοντας έτσι μόνιμα ένα λιμάνι για την απρόσκοπτη διεξαγωγή του εμπορίου της και βάζοντας τα θεμέλια της Φλωρεντινής κυριαρχίας σε όλη την περιοχή της Τοσκάνης. Ακολούθησαν συγκρούσεις με το βασιλιά της Νάπολης Λαδίσλαο και το Φίλιππο Μαρία Βισκόντι του Μιλάνου. Οι αυξημένες απαιτήσεις του προϋπολογισμού της πόλης απαίτησαν την αναδιοργάνωση του φορολογικού συστήματος με τη δημιουργία (1427) ενός φορολογικού μητρώου, του catasto, και τη λεπτομερή καταγραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων των πολιτών.

ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΙΣ ΦΥΣΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ, του Νίκου Γέραλη

Aναδρομή της φυσικής επιστήμης: Κοπέρνικος, Γαλιλαίος και Νεύτωνας Κοπέρνικος
Ο Νικόλαος Κοπέρνικος (1473 – 1543) γεννήθηκε και πέθανε στην Πολωνία, όμως σπούδασε Νομική και Ιατρική στην Ιταλία. Όταν ο θείος του έγινε επίσκοπος του Φράουενμπουργκ, ο Κοπέρνικος προσελήφθη στον καθεδρικό ναό και εξασφάλισε με αυτό τον τρόπο ένα σταθερό εισόδημα και έτσι επέστρεψε στην Ιταλία για να συνεχίσει το πάθος του: τη μελέτη του ουρανού. Έχτισε έναν πύργο χωρίς οροφή όπου μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα αστρονομικά όργανά του. Τα συγκεκριμένα όργανα απλώς του επέτρεπαν να μετρήσει τις γωνίες μεταξύ διάφορων ουράνιων αντικειμένων και ορίζοντα, καθώς και τις φάσεις της Σελήνης. Έδειξε επίσης μεγάλο ενδιαφέρον για τις εκλείψεις. Το ηλιοκεντρικό σύστημα Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ο Κοπέρνικος έκρινε ότι το μοντέλο του για τον ουρανό και το ηλιακό σύστημα, εξηγούσε καλύτερα τις παρατηρήσεις που οι άνθρωποι έκαναν για χιλιάδες χρόνια. Γνωρίζουμε όμως ότι το 1514 έγραψε ένα σύντομο κείμενο που έδειξε σε λιγοστούς έμπιστους φίλους. Δεν τόλμησε όμως να το δημοσιεύσει. Σε αυτό δήλωνε αρκετά ξεκάθαρα ότι «το κέντρο της Γης δεν είναι το κέντρο του Σύμπαντος» και ότι «περιφερόμαστε γύρω από τον Ήλιο όπως κάθε άλλος πλανήτης». Επρόκειτο για αρκετά κατηγορηματικά συμπεράσματα και κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών δεκαετιών, ο Κοπέρνικος εργάστηκε σιωπηρά πάνω στη θεωρία του σύμφωνα με την οποία ο Ήλιος και όχι η Γη, είναι το κέντρο του Σύμπαντος. Παρότι αφιέρωσε πολλές ώρες στην παρατήρηση του ουρανού, οι εξαιρετικές του ικανότητες ξεδιπλώθηκαν όταν μελέτησε τις παρατηρήσεις των άλλων αστρονόμων και τον τρόπο με τον οποίο θα εξομαλύνονταν οι δυσκολίες εάν τοποθετούσε τον Ήλιο στο κέντρο και υπέθετε ότι οι πλανήτες περιφέρονταν γύρω από αυτόν. Το μοντέλο του Κοπέρνικου είχε μία ακόμη πολύ σημαντική συνέπεια: συνεπαγόταν ότι τα άστρα βρίσκονταν πολύ πιο μακριά από τη Γη απ’ ότι είχαν υποθέσει ο Αριστοτέλης και άλλοι προγενέστεροι στοχαστές. Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι ο χρόνος είναι άπειρος και ο χώρος σταθερός και καθορισμένος. Η Εκκλησία δίδασκε ότι ο χρόνος ήταν καθορισμένος, όπως και ο χώρος, με εξαίρεση τον Παράδεισο. Ο Κοπέρνικος αποδεχόταν τις ιδέες της Εκκλησίας για τον χρόνο και τη δημιουργία, αλλά σύμφωνα με τις μετρήσεις του, η Γη βρισκόταν πολύ πιο κοντά στον Ήλιο απ’ ότι ο Ήλιος στους άλλους αστέρες. Υπολόγισε επίσης κατά προσέγγιση τις αποστάσεις του Ήλιου από τους πλανήτες και της Σελήνης από τη Γη. Τελικά το Σύμπαν ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι πίστευαν οι άνθρωποι.
Ο πρόλογος που έσωσε τον Κοπέρνικο Ο Κοπέρνικος γνώριζε ότι η έρευνά του θα σόκαρε τους ανθρώπους, αλλά μεγαλώνοντας αποφάσισε ότι έπρεπε τελικά να δημοσιεύσει τις ιδέες του. Το 1542 ολοκλήρωσε το σπουδαίο βιβλίο του «Περί της περιστροφής των ουρανίων σφαιρών». Ήταν όμως πλέον ένας άρρωστος, γερασμένος άντρας. Έτσι εμπιστεύθηκε την εκτύπωσή του στον φίλο του και επίσης ιερέα Ρέτικους, ο οποίος γνώριζε τις ιδέες του. Ο Ρέτικους ξεκίνησε τις διαδικασίες, αλλά στη συνέχεια χρειάστηκε να αναλάβει ένα πανεπιστημιακό πόστο στη Γερμανία, έτσι εμπιστεύθηκε με τη σειρά του την εκτύπωση σε έναν άλλο ιερέα, τον Αντρέας Οσιάντερ. Ο Οσιάντερ έβρισκε τις ιδέες του Κοπέρνικου επικίνδυνες, γι’ αυτό πρόσθεσε τη δική του εισαγωγή σε αυτό το σπουδαίο βιβλίο, το οποίο τελικά εκτυπώθηκε το 1543. Εκεί ανέφερε πως, στην πραγματικότητα, οι ιδέες του Κοπέρνικου δεν ήταν αληθείς, αλλά απλώς ένας τρόπος να επιλυθούν ορισμένες από τις δυσκολίες που οι αστρονόμοι συναντούσαν εδώ και καιρό κατά τη μελέτη του γεωκεντρικού μοντέλου του Σύμπαντος. Ο Οσιάντερ έγραψε τον πρόλογο, αλλά ουσιαστικά παρουσίασε ως συγγραφέα του τον Κοπέρνικο. Εφόσον δεν έφερε την υπογραφή κανενός, οι αναγνώστες θα θεώρησαν φυσικά ότι είχε γραφτεί από τον συγγραφέα. Τότε ο Κοπέρνικος πλησίαζε προς τον θάνατό του, άρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να διορθώσει την εσφαλμένη εντύπωση που ο συγκεκριμένος πρόλογος είχε δημιουργήσει. Κατά συνέπεια, για σχεδόν εκατό χρόνια, οι αναγνώστες αυτού του υπέροχου βιβλίου υπέθεταν ότι ο Κοπέρνικος απλώς πειραματιζόταν με διάφορους τρόπους εξηγήσεις των παρατηρήσεών του, χωρίς πραγματικά να ισχυρίζεται ότι η γη περιφερόταν γύρω παό τον Ήλιο. Εξαιτίας αυτού του προλόγου, οι περισσότεροι αγνόησαν το επαναστατικό μήνυμα του βιβλίου του Κοπέρνικου. Βέβαια, ο πρόλογος έσωσε τον Κοπέρνικο από την Καθολική Εκκλησία. Αν και η θεωρία ήταν ανατρεπτική, ο Κοπέρνικος δεν διώχθηκε, επειδή φάνηκε να αποδέχεται πλήρως τον ρόλο του Θεού και της εκκλησίας στη δημιουργία του κόσμου. Αντιθέτως, ο Γαλιλαίος την παρουσίασε ως τη μοναδική αλήθεια και τιμωρήθηκε σκληρά από τον Πάπα, που τον υποχρέωσε σε κατ” οίκον φυλάκιση μέχρι τον θάνατό του....
Κέπλερ
Ο γερμανός μαθηματικός, αστρονόμος και αστρολόγος Γιόχαν Κέπλερ γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1571. Από πολύ μικρή ηλικία έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα ουράνια φαινόμενα και την παρατήρησή τους. Σπούδασε μαθηματικά στο πανεπιστήμιο του Τίμπινγκεν και μετά την αποφοίτησή του το 1591 παρακολούθησε μαθήματα θεολογίας. Πριν δώσει, όμως, τις τελικές εξετάσεις, του προτάθηκε να διδάξει μαθηματικά στο Γκρατς της Αυστρίας, θέση την οποία και αποδέχτηκε. Το 1596 ο Κέπλερ δημοσίευσε το πρώτο κοσμολογικό βιβλίο του υπό τον τίτλο «Mysterium Cosmographicum», με το οποίο θεμελίωσε την υπόθεση του Κοπέρνικου για το ηλιοκεντρικό πλανητικό σύστημα. Με τους τρεις νόμους που πήραν αργότερα το όνομά του και δημοσιεύτηκαν το 1609 στο βιβλίο «Astronomia nova» και το 1619 στο βιβλίο«Harmonia mundi» εισήγαγε την Ουράνια Μηχανική, δηλαδή την επιστήμη που περιγράφει τους νόμους κινήσεως των πλανητών γύρω από τον ήλιο.Αλλά και στην Οπτική, ο Κέπλερ προσέφερε σημαντικά, διατυπώνοντας θεωρίες για τους οπτικούς φακούς και το τηλεσκόπιο με δύο κυρτούς φακούς. Ο Κέπλερ έζησε σε μια περίοδο όπου δεν υπήρχε ένας σαφής διαχωρισμός μεταξύ της αστρονομίας και της αστρολογίας αλλά υπήρχε ένας μεγάλος διαχωρισμός μεταξύ της αστρονομίας (ένας κλάδος των μαθηματικών εντός των ελευθέρων τεχνών) και της φυσικής (ένας κλάδος της φυσικής φιλοσοφίας). Ο Κέπλερ ενσωμάτωσε θρησκευτικά και συλλογιστικά επιχειρήματα στο έργο του, υποκινούμενος από την θρησκευτική πεποίθηση και πίστη ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σύμφωνα με ένα κατανοητό σχέδιο που είναι προσβάσιμο μέσω της λογικής. Ο Κέπλερ περιγράφει τη νέα αστρονομία του ως «ουράνια φυσική», μετατρέποντας την αρχαία παράδοση της κοσμολογίας με το να χειρίζεται την αστρονομία ως μέρος της καθολικής μαθηματικής φυσικής.
Οι τρεις νόμοι του Κέπλερ Οι νόμοι που διατύπωσε ο Κέπλερ για τα ουράνια σώματα είναι οι εξής:
1.Οι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από το κεντρικό άστρο(ήλιος) και διαγράφουν κατά την περιστροφή τους ελλείψεις. Στην μία από τις δύο εστίες της έλλειψης βρίσκεται ο ήλιος
2. Η νοερή ευθεία που συνδέει το κέντρο του κάθε πλανήτη με το κέντρο του Ήλιου διαγράφει εμβαδά ανάλογα με το χρόνο. Αν διαγράφει συγκεκρίμενο εμβαδόν σε δεδομένο χρονικό διάστημα, σε διπλάσιο χρόνο διαγράφει το διπλάσιο εμβαδόν.
3. Τα τετράγωνα των χρόνων περιφοράς των πλανητών γύρω από τον Ήλιο έχουν μεταξύ τους την ίδια σχέση που έχουν οι κύβοι των αποστάσεων.
Ο Κέπλερ πέθανε στο Ρέγκενσμπουργκ, 15 Νοεμβρίου 1630, γέρος και τον έθαψαν μπροστά στις πύλες της πόλης και το μνήμα του έχει το επίγραμμα που συνέταξε ο ίδιος: "Ζώντας μετρούσα τα ουράνια, τώρα τα έρημα σκοτάδια· το πνεύμα ήταν ουράνιο, το σώμα σκιάζει την γη."
Νεύτων Ο Σερ Ισαάκ Νιούτον (Νεύτων , 1643-1727) ήταν Άγγλος φυσικός, μαθηματικός, αστρονόμος, φιλόσοφος, αλχημιστής και θεολόγος. Ο Νεύτων θεωρείται πατέρας της Κλασικής Φυσικής, καθώς ξεκινώντας από τις παρατηρήσεις του Γαλιλαίου, αλλά και τους νόμους του Κέπλερ για την κίνηση των πλανητών διατύπωσε τους τρεις μνημειώδεις νόμους της κίνησης και τον περισπούδαστο «νόμο της βαρύτητας» (που ο θρύλος αναφέρει πως αναζήτησε μετά από πτώση μήλου από μια μηλιά). Με την θεωρία της παγκόσμιας έλξης, ο Νεύτων αντιμετώπισε θεμελιώδη ερωτήματα που απασχολούσαν τη φυσική για καιρό και πρόσφερε μία σαφή και γόνιμη κοσμολογική αντίληψη, που γρήγορα υπερίσχυσε της αντίστοιχης καρτεσιανής. Ακόμη, συνεισέφερε με ουσιαστικό τρόπο στην οπτική και συγκεκριμένα στη θεωρία χρωμάτων, όπου απέδειξε πειραματικά ότι το ηλιακό φως αποτελείται από επιμέρους χρώματα παρέχοντας την πιο σαφή θεωρία του 17ου αιώνα στον κλάδο αυτό. Με την επινόηση του διαφορικού και ολοκληρωτικού λογισμού εισήγαγε στα μαθηματικά ένα εργαλείο έτοιμο να δώσει άμεσες λύσεις σε πολλά μαθηματικά και φυσικά προβλήματα. Τις περισσότερες φορές χάρη σε απειροστικές μεθόδους, ο Νεύτων εργάστηκε αποτελεσματικά επάνω σε προβλήματα που σήμερα φιλοξενούνται σε διακεκριμένα πεδία των μαθηματικών. Ασχολήθηκε ακόμη με την γεωμετρία, κλασική και αναλυτική, τη θεωρία αριθμών και την άλγεβρα. Η ζωή του θα μπορούσε να είναι το θέμα μιας νουβέλας. Μια ιστορία με μια τραγική αρχή και ένα δοξασμένο τέλος. Ένα μελαγχολικό αγόρι που μισεί του γονείς του, υιοθετεί έναν μοναχικό τρόπο ζωής, προτιμά τη μυστικότητα από τη δημοσίευση και τελικά γίνεται ένας από τους πιο διάσημους επιστήμονες που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης. Αν η νουβέλα αυτή γραφόταν, ο Ισαάκ Νεύτων θα είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Γεννήθηκε στην Αγγλία το 1643 σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια. Ευτυχώς, ο Νεύτωνας δεν ήταν καλός αγρότης και τον έστειλαν στο Κέιμπριτζ να σπουδάσει για να γίνει ιεροκήρυκας. Άρχισε να σπουδάζει νομικά και στα δύο πρώτα χρόνια γνώρισε τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Επίσης διάβασε τις εργασίες του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου για την Αστρονομία, καθώς και τις θεωρίες του Κέπλερ για το φως. Ως έφηβος ο Νεύτων απείλησε ότι θα κάψει το σπίτι του μαζί με τους γονείς του, αλλά ως ενήλικος τιμήθηκε για τις εργασίες του στα Μαθηματικά και για τις έρευνες του γύρω από το φως και την παγκόσμια δύναμη που σήμερα ονομάζουμε βαρύτητα.
Όπως πολλοί άλλοι πριν και μετά από αυτόν, έψαχνε με πάθος να ανακαλύψει την αλήθεια και για τον σκοπό αυτόν χρησιμοποίησε κάθε πηγή γνώσης και φαντασίας που είχε στη διάθεση του. Μελέτησε τη Βίβλο για να βρει ιδέες, έσκυψε πάνω από τις εργασίες των αρχαίων Ελλήνων, ένωσε τις δυνάμεις του με τους αλχημιστές και διάβασε όλες τις δημοσιεύσεις στον επιστημονικό τύπο. Σχεδόν εγκαταλελειμμένος, δεν υπήρξε εύκολο παιδί και είχε λίγη βοήθεια. Οι καθηγητές στο σχολείο τον χαρακτήριζαν ως «αδιάφορο» και «απρόσεκτο». Έζησε μια πολύ μοναχική και μυστική ζωή, φοβόταν πολύ την κριτική και υπέστη τουλάχιστον δύο νευρικούς κλονισμούς. Παρόλο που δεν υπήρξε καλός μαθητής γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ως ενήλικας υπήρξε ένας κορυφαίος επιστήμονας και ταυτόχρονα ένας ελάχιστα συμπαθητικός άνθρωπος. Κατ’ αρχάς, δεν είχε κανένα σεβασμό για την επιστημονική ηθική. Δεν δίστασε να καταληστέψει το έργο συγχρόνων του, όπως του Hooke, του Flamsteed και του Halley. Κρυψίνους, εγωιστής, εσωστρεφής, φιλόδοξος, φυγόμαχος, κακόγνωμος δεν αρεσκόταν παρά μόνο στη σφοδρή και υπεροπτική, συχνά ύπουλη, πολεμική. Δημοσίευε ελάχιστα και με τεράστια καθυστέρηση. Με λίγα λόγια, σε προσωπικό επίπεδο ο Νεύτων ήταν ό,τι ακριβώς δεν πρέπει να είναι ένας επιστήμονας. Στην επιστήμη ως γνωστόν τιμούμε τις ιδιοφυίες και τους νεωτεριστές, κι αυτό είναι δίκαιο, γιατί συχνά παίζουν αποφασιστικό ρόλο -καμιά φορά είναι αναντικατάστατοι. Συχνά όμως συμβαίνει μια ιδέα να πλανάται στον αέρα, μέχρι κάποια στιγμή να ωριμάσει. Τότε, το ταλέντο συνίσταται στο να μπορεί κάποιος να την αδράξει πριν από τους άλλους. Αυτό συνέβη με το Νεύτωνα. Συνέλαβε πολλές ιδέες οι οποίες πλανιόνταν στον αέρα από παλιά. Μελετούσε εξαντλητικά τις ιδέες αυτές, τις καλλιεργούσε και τις παρουσίαζε μετά σαν δικές του.

ΜΠΟΤΙΤΣΕΛΛΙ, της Μάρας Φακίρη

Πορτραίτο του Κόζιμο των Μεδίκων, του Σάντρο Μποτιτσέλλι
ΜΠΟΤΙΤΣΕΛΛΙ
της Μάρας Φακίρη
Αλεσάντρο ντι Μαριάνο Φιλιπέπι ήταν το όνομα του βενιαμίν της οικογένειας του βυρσοδέψη Μαριάνο ντι Βάνι, που έμελλε να γίνει διάσημος ως Σάντρο Μποτιτσέλι, επώνυμο που πιθανόν «κληρονόμησε», μαζί με ολόκληρη την οικογένειά του, από το παρατσούκλι «Il Botticello» (βαρελάκι) του χοντρούλη αδελφού του, Τζοβάνι. Σε πολύ νεαρή ηλικία ξεκίνησε να εργάζεται ως χρυσοτέχνης, όπως και αρκετοί ζωγράφοι της Αναγέννησης στα πρώτα τους βήματα. Όταν έγινε δεκαοκτώ ετών, αποφάσισε να γίνει ζωγράφος και μαθήτευσε από το 1461 ή 1462 μέχρι το 1467 δίπλα σε έναν από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της Φλωρεντίας, τον Φρα Φιλίπο Λίπι, στο Πράτο. Ο Λίπι ανήκε στον κύκλο των Μεδίκων, της ισχυρότερης οικογένειας της Φλωρεντίας, και ο νεαρός Σάντρο, όταν φιλοτεχνεί, κατά την περίοδο 1465-67, τον πρώτο του πίνακα, την «Προσκύνηση των Μάγων», δε θα παραλείψει να συμπεριλάβει σε αυτόν τα περισσότερα μέλη της οικογένειας, που ουσιαστικά εξουσίαζε την πόλη. Δεν είναι, ωστόσο, εκείνοι που τραβούν την προσοχή αλλά ο νεαρός με τη κίτρινη φορεσιά στο κάτω μέρος του πίνακα, που κοιτάζει κατάματα τον θεατή: δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον ζωγράφο. Ο Μποτιτσέλι θα ολοκληρώσει τις σπουδές του και θα επιστρέψει στην Φλωρεντία, όπου θα αποκτήσει το δικό του εργαστήριο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1470, ο ζωγράφος θα ασχοληθεί κυρίως με προσωπογραφίες ισχυρών προσώπων της πόλης, εδραιώνοντας τη φήμη του.
Ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζουν η «Προσωπογραφία του Τζουλιάνο των Μεδίκων», καθώς και η «Προσωπογραφία νέου που κρατά μετάλλιο του Κόζιμο των Μεδίκων» -έργο που σήμερα από πολλούς μελετητές θεωρείται αυτοπροσωπογραφία. Μέσω της οικογένειας των Μεδίκων και της αυλής της, ο ζωγράφος θα έρθει σε επαφή με τις ιδέες του νεοπλατωνισμού, οι οποίες στη συνέχεια θα επηρεάσουν σημαντικά το έργο του. Το 1481, ο Πάπας Σίξτος Δ' τον προσκαλεί στην Ρώμη, μαζί με άλλους σπουδαίους ζωγράφους της εποχής, να εικονογραφήσει τους τοίχους της Καπέλα Σιξτίνα. Μέσα σε κλίμα έντονου ανταγωνισμού, ακόμα και φθόνου, ο Μποτιτσέλι θα φιλοτεχνήσει τις νωπογραφίες «Πειρασμοί του Μωυσή», «Τιμωρία των εξεγερμένων Εβραίων» και «Πειρασμοί του Χριστού» -το ταξίδι όμως αυτό δε φαίνεται να επηρέασε καθόλου τη σκέψη ή την τέχνη του.
Έναν χρόνο αργότερα ο ζωγράφος επιστρέφει στην Φλωρεντία, όπου ο κλασικισμός και ο νεοπλατωνισμός κυριαρχούν, σε μια απόπειρα σύνδεσης της αρχαιότητας με τον χριστιανισμό. Ο Μποτιτσέλι θα ζωγραφίσει μια σειρά αλληγορικών έργων, εμπνευσμένων από τη μυθολογία, συνεχίζοντας παράλληλα τις θρησκευτικές συνθέσεις. Από τους σημαντικότερους πίνακες αυτής της περιόδου είναι και η «Αλληγορία της Άνοιξης» (La Primavera) –μια μεγάλων διαστάσεων σαγηνευτική σύνθεση στην οποία κυριαρχεί η θεά Αφροδίτη με τον Έρωτα να πετά πάνω από το κεφάλι της, ενώ την πλαισιώνουν οι τρεις Χάριτες χορεύοντας δίπλα στον Ερμή και η θεά των λουλουδιών, Φλώρα, με τον Ζέφυρο που κυνηγά τη νύμφη Χλωρίδα. Στον πίνακα, για τον οποίο μέχρι σήμερα εξακολουθούν να προτείνονται ερμηνείες, όλες οι γυναίκες εγκυμονούν συμβολίζοντας τη γονιμότητα, ενώ έχουν αναγνωριστεί περίπου ογδόντα διαφορετικά φυτά. Τέμπερα σε ξύλο
Το 1477-78 ο νεαρός Lorenzo di Pienfrancesco Medici (μέλος της οικογένειας των Μεδίκων) παραγγέλνει στον Sandro Filipepi ,γνωστό ως Botticelli (1445-1510), ένα έργο ζωγραφικής για την έπαυλή του. Σήμερα αυτό το έργο, ένας πίνακας διαστάσεων 203x314 cm, βρίσκεται στην Galleria degli Uffizi στη Φλωρεντία, στη μεγάλη αίθουσα που έχει πάρει το όνομά της από τον μεγάλο ζωγράφο. Το θέμα είναι εμπνευσμένο από τις «Μεταμορφώσεις» του Ρωμαίου ποιητή Οβιδίου. Σε γενικές γραμμές το έργο αναπαριστά εννέα μορφές που βρίσκονται μέσα σε έναν κήπο. Ο τίτλος του έργου «Αλληγορία της Άνοιξης» προέρχεται από την ερμηνεία που έδωσε ο Giorgio Vasari. Χαρακτηριστικό του έργου είναι ότι η «ανάγνωσή» του γίνεται από τα δεξιά προς τα αριστερά, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την τοποθέτηση των μορφών. Έτσι λοιπόν η πρώτη μορφή που εμφανίζεται είναι ο Ζέφυρος, τυπικός ανοιξιάτικος άνεμος (τα δέντρα στο σημείο αυτό του πίνακα λυγίζουν) που ετοιμάζεται να απαγάγει τη Χλωρίδα που έχει ερωτευτεί και από το στόμα της οποίας βγαίνουν ανθισμένοι βλαστοί που μπλέκονται με αυτούς που φυτρώνουν από το έδαφος (σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία πρόκειται για τη θεότητα της βλάστησης). Αυτή, έχοντας ήδη γονιμοποιηθεί από το Ζέφυρο (αν προσέξετε θα δείτε ότι όλες οι γυναικείες φιγούρες του πίνακα είναι έγκυες) μετατρέπεται στην Flora, τη ρωμαϊκή θεότητα των δημητριακών και άλλων βρώσιμων φυτών που στη συνέχεια λατρεύτηκε και ως θεότητα της Άνοιξης και η οποία, αν και δεν είναι η βασική φιγούρα, έδωσε το όνομά της στον πίνακα. Στο κέντρο του πίνακα, μπροστά από το ιερό της φυτό τη μυρτιά, βρίσκεται η θεά του έρωτα, η Αφροδίτη η οποία με το χέρι της κάνει ένα νεύμα που υποδηλώνει χαιρετισμό και συστολή, ενώ ταυτόχρονα δείχνει τις τρεις γυναικείες φιγούρες που χορεύουν ακριβώς δίπλα της και τις οποίες ετοιμάζεται να χτυπήσει με το πύρινο βέλος του ο Έρως, που φτερουγίζει από πάνω της. Πρόκειται για τις τρεις Χάριτες: την Αγλαΐα, την Ευφροσύνη και τη Θάλεια που συμβολίζουν τη χάρη, την ομορφιά και την ανεμελιά. Και τέλος τη σκηνή κλείνει η μορφή του θεού Ερμή που με το κηρύκειο του διαλύει τα σύννεφα. Ωστόσο στον πίνακα δεν πρωταγωνιστούν μόνο οι ανθρώπινες μορφές αλλά και ο κήπος (λέγεται ότι έχουν αναγνωριστεί 80 είδη φυτών, ενώ ο κήπος της έπαυλης είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτόν που αναπαριστάται στον πίνακα). Τα δέντρα φορτωμένα με καρπούς θυμίζουν ταπετσαρίες του τέλους του Μεσαίωνα. Τη λυρική ομορφιά του έργου ενισχύει ο πλούτος και η αρμονία των χρωμάτων. Όλη η περιγραφή σε ένα πρώτο επίπεδο παραπέμπει στην άφιξη της Άνοιξης, στην αναγέννηση της φύσης (από το σμίξιμο του Ζέφυρου με τη Χλωρίδα-Άνοιξη) στον έρωτα (Αφροδίτη, φτερωτός Έρως, τρεις Χάριτες), στην απομάκρυνση των νεφών (Ερμής). Σε δεύτερο επίπεδο παραπέμπει στις δυο μορφές του έρωτα της νεοπλατωνικής κουλτούρας: στον κοινό έρωτα που αναπαρίσταται από τον σαρκικό έρωτα του Ζέφυρου και της Χλωρίδας – Άνοιξης και στον θεϊκό έρωτα που αναπαρίσταται από την παρουσία της Αφροδίτης. Και τα δυο επίπεδα απεικονίζονται σαφώς στον πίνακα αφού, αν προσέξετε, η μορφή της Αφροδίτης βρίσκεται λίγο πιο πίσω από τις υπόλοιπες φιγούρες. Ωστόσο για το συγκεκριμένο έργο έχουν γραφτεί διάφορες ενδιαφέρουσες ερμηνείες μεταξύ των οποίων μια του γερμανού Aby Warburg που θεωρεί ότι το έργο αναπαριστά το «Βασίλειο της Αφροδίτης, αφού οι μυθολογικές φιγούρες που αναπαρίστανται στον πίνακα συνδέονται με τη θεά η οποία είναι και θεά της Άνοιξης. Μια επίσης ενδιαφέρουσα ερμηνεία είναι αυτή του άγγλου Charles Dempsey, σύμφωνα με την οποία το έργο απεικονίζει την Άνοιξη και τους τρεις μήνες της: το σύμπλεγμα Ζέφυρος-Χλωρίδα-Άνοιξη συμβολίζει τον Μάρτιο, τον μήνα των ανέμων, το σύμπλεγμα Αφροδίτη-Έρως-τρεις Χάριτες υποδηλώνει τον μήνα του έρωτα, τον Απρίλη και τέλος ο Ερμής υποδηλώνει τον Μάιο εφόσον το όνομα του μήνα αυτού προέρχεται από το Μαία, το όνομα της μητέρας του Ερμή, στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο μήνας αυτός. Μια ενδιαφέρουσα όμως ερμηνεία είναι και αυτή που πρότεινε σχετικά πρόσφατα η ιταλίδα Claudia Villa και επέκτεινε ο Giovanni Reale, φιλόλογος και ένας από τους μεγαλύτερους μελετητές του Πλάτωνα. Η φιγούρα Ρητορική, Φιλολογία και Ποίηση είναι οι μορφές που αναπαριστώνται από τον Botticelli. με το γεμάτο άνθη φόρεμα δεν είναι η Άνοιξη αλλά η Ρητορική. Η κεντρική φιγούρα με το κεφάλι που γέρνει ελαφρώς δεν είναι η Αφροδίτη αλλά η Φιλολογία. Στο σύμπλεγμα των μορφών που αναπαριστώνται δεξιά δεν βρίσκεται η Χλωρίδα αλλά η Ποίηση η οποία εμπνέεται από μια φτερωτή θεότητα που δεν είναι ο Ζέφυρος αλλά το «δαιμόνιο της έμπνευσης». Η ταυτοποίηση του Ερμή, των τριών Χαρίτων και του φτερωτού Έρωτα δεν μεταβάλλεται, αφού σύμφωνα με την νέα ερμηνεία πρόκειται για το γάμο της Φιλολογίας με τον Ερμή, τίτλο έργου του ρήτορα Marziano Capella που έζησε κατά την περίοδο της Αναγέννησης. Το έργο μπορεί να παραπέμπει στην «Άνοιξη», αλλά ως μεταφορά μιας νέας ουμανιστικής αντίληψης που έχει για άξονα την ποίηση, την ρητορική και την φιλολογία, δηλαδή στις γυναικείες μορφές του Botticelli. Μέσω αυτών ο καλλιτέχνης διακηρύσσει την πολιτισμική επανάσταση που συντελείται στην Φλωρεντία της εποχής του. Γιατί όμως η Φιλολογία να παντρεύεται με τον Ερμή; Γιατί «η μελέτη που οδηγεί στη γνώση» (η φιλολογία των θνητών) αποκτά υπερβατικές διαστάσεις καθώς ενώνεται με τον θεό που αντιπροσωπεύει τον πλατωνικό «Νου», την προσωποποίηση της νόησης.
Στο κέντρο της σύνθεσης δεσπόζει η μορφή της Αφροδίτης, ενώ πάνω από το κεφάλι της, ο Έρωτας ρίχνει τα βέλη του με τα μάτια δεμένα. Στο αριστερό τμήμα του πίνακα διακρίνονται οι τρεις Χάριτες και ο Ερμής. Στο δεξί άκρο, ο Ζέφυρος κυνηγά τη νύμφη Χλωρίδα, δίπλα από την οποία βρίσκεται η θεά των λουλουδιών Φλώρα. Αλληγορία της Άνοιξης (περ. 1482). Στο κέντρο της σύνθεσης δεσπόζει η μορφή της Αφροδίτης, ενώ πάνω από το κεφάλι της, ο Έρωτας ρίχνει τα βέλη του με τα μάτια δεμένα. Στο αριστερό τμήμα του πίνακα διακρίνονται οι τρεις Χάριτες και ο Ερμής. Στο δεξί άκρο, ο Ζέφυρος κυνηγά τη νύμφη Χλωρίδα, δίπλα από την οποία βρίσκεται η θεά των λουλουδιών Φλώρα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1480, ο Μποτιτσέλι ολοκληρώνει ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα έργα στην ιστορία της τέχνης: τη «Γέννηση της Αφροδίτης». Το θέμα προέρχεται από τις «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου και η θεά απεικονίζεται γυμνή, πάνω σε ένα όστρακο, έχοντας τη στάση Αιδήμονος Αφροδίτης (Venus Pudica), που καλύπτει με ντροπή τη γύμνια της. Στο έργο υπάρχουν σαφείς αναφορές στο «Stanzas», ένα διάσημο ποιητικό έργο του Agnolo Poliziano, που ήταν σύγχρονος του Μποτιτσέλι και ο μεγαλύτερος νεοπλατωνικός ποιητής στην αυλή των Μεδίκων. Σύμφωνα με τη νεοπλατωνική φιλοσοφία, το έργο συμβόλιζε τη γέννηση της αγάπης και την πνευματική ομορφιά ως κινητήρια δύναμη της ζωής. Η μοναδικότητά του δεν περιορίζεται στην καλλιτεχνική του αξία: πρόκειται για το πρώτο έργο σε καμβά στη Τοσκάνη, ενώ η φωτεινότητα και η σταθερότητα των χρωμάτων οφείλονται στη χρήση μιας πανάκριβης σκόνης από αλάβαστρο. Ο Μποτιτσέλλι απεικονίζει την Αφροδίτη να στέκεται σε ένα κοχύλι που επιπλέει, ενώ ο Ζέφυρος και η Αύρα την οδηγούν στη στεριά, όπου μία από τις Ώρες την περιμένει για να την καλύψει με ένα μανδύα.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1480, στη Φλωρεντία κυριαρχεί ο δομηνικανός καλόγερος Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα και τα γεμάτα θρησκευτικό φανατισμό κηρύγματά του. Το 1492 ο Λορέντζο των Μεδίκων πεθαίνει και τον διαδέχεται ο γιος του Πιέρο, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τον γαλλικό στρατό, του παραχωρεί τον έλεγχο της πόλης. Εξαγριωμένοι, τότε, οι κάτοικοι κατέλαβαν το μέγαρο της οικογένειας, την οποία και εξανάγκασαν σε εξορία. Ο δαιμόνιος μοναχός θα πείσει τον βασιλιά της Γαλλίας να φύγει και σε αντάλλαγμα οι Φλωρεντίνοι θα του παραχωρήσουν την εξουσία. Ο Σαβοναρόλα κατηγορεί τη ζωή που έκανε ο Μεγαλοπρεπής Λορέντζο, την οποία χαρακτηρίζει ανήθικη και βγάζει φλογερούς λόγους υπέρ της εγκράτειας. Το 1497 ανάβει στην κεντρική πλατεία της Φλωρεντίας την «Πυρά της Ματαιοδοξίας», όπου οι οπαδοί του καίνε καλλυντικά, μουσικά όργανα, βιβλία, πίνακες και γλυπτά που κρίνουν ως «ακατάλληλα» -ανάμεσά τους υπάρχουν ζωγράφοι που καίνε τα ίδια τους τα έργα, δε γνωρίζουμε με βεβαιότητα, όμως, αν ο Μποτιτσέλι ήταν ανάμεσά τους, όπως υποστηρίζει ο βιογράφος του, Τζόρτζιο Βαζάρι. Το βέβαιο είναι ότι είχε επηρεαστεί από τη διδασκαλία του καλόγερου και αισθανόταν ενοχές για την προηγούμενη ζωή του. Η πολυτέλεια, οι τιμές που είχε απολαύσει, οι αρχαίοι μύθοι που αγαπούσε, τα ίδια του τα έργα, έμοιαζαν να μην έχουν πια κανένα νόημα –ο κόσμος του είχε γκρεμιστεί. Εγκαταλείπει τα μυθολογικά θέματα και στρέφεται εξ ολοκλήρου στα θρησκευτικά. Το έργο του Μποτιτσέλι μέσα από την τέχνη των άλλων.
Οι κάτοικοι της Φλωρεντίας δε θα αντέξουν για πολύ την καταπίεση του Σαβοναρόλα. Στις 12 Μαΐου 1497 ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ τον αναθεματίζει, το ποτήρι όμως θα ξεχειλίσει έναν χρόνο αργότερα, όταν ο Πάπας θα απειλήσει την πόλη με αποκλεισμό, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για την οικονομία της. Το πλήθος θα συλλάβει τον τύραννο και τους ανθρώπους του και θα τον κρεμάσει στις 23 Μαΐου 1498. Το 1500 ο Μποτιτσέλι φιλοτεχνεί τη «Μυστική Γέννηση», έργο βαθύτατα επηρεασμένο από τη διδασκαλία του δομηνικανού μοναχού –πρόκειται επίσης για τον μοναδικό πίνακα που έχει την υπογραφή του, ενώ αναγράφεται και η χρονολογία που ολοκληρώθηκε. Ο ζωγράφος θα εξακολουθήσει να ζωγραφίζει θρησκευτικά θέματα, υιοθετώντας ένα λιτό και αυστηρό ύφος.
Οι Φλωρεντίνοι όμως έχουν ξεχάσει τα κηρύγματα περί εγκράτειας, τα οποία επηρέασαν τόσο τον παλαιό νεοπλατωνιστή. Αναζητούν τον τρόπο ζωής της εποχής των Μεδίκων και οι παραγγελίες προς τον Μποτιτσέλι μειώνονται συνεχώς –στο τέλος ζωγραφίζει μόνο για λιγοστούς ιδιώτες. Το έργο του θεωρείται πλέον ξεπερασμένο, καθώς στην πόλη ανατέλλει το αστέρι του Μιχαήλ Αγγέλου. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του εξαιτίας προβλημάτων υγείας ο ζωγράφος θα σταματήσει εντελώς να ζωγραφίζει και θα πεθάνει ξεχασμένος στις 17 Μαΐου 1510. Θα ταφεί στο κοιμητήριο της εκκλησίας των Αγίων Πάντων και θα χρειαστεί να περάσουν τρεις αιώνες, μέχρι να «ανακαλυφθεί» εκ νέου το έργο του, στα μέσα του 19ου αιώνα. Σήμερα, η Αφροδίτη και η Άνοιξη που μας χάρισε εξακολουθούν να λάμπουν, να γοητεύουν και να εμπνέουν όσο ποτέ.

ΔΑΝΤΗΣ ΑΛΙΓΚΙΕΡΙ, της Κωνσταντίνας Κάτρη

Δάντης, της Κωνσταντίνας Κάτρη
Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της μεσαιωνικής αντίληψης για τη ζωή και του φόβου για την πανούκλα (Μαύρο Θάνατο) είναι οι ανθρώπινοι τύποι που παρουσιάζει ο Τζοβάνι Μποκάτσο (Βοκάκιος) στο έργο του Δεκαήμερο (Decamerone). Το έργο έχει αφηγήσεις από βασιλιάδες και ζητιάνους, από πόρνες και πριγκίπισσες, από μεγαλέμπορους και καλόγερους, ενώ ο χώρος όπου κινούνται τα πρόσωπα του "Δεκαήμερου" είναι τεράστιος: η Ιταλία του 14ου αιώνα, αλλά και ιστορίες εμπνευσμένες από την αραβική ή την περσική λογοτεχνία, εμποτισμένες με το πνεύμα του συγγραφέα τους και του κόσμου που εκείνος τόσο καλά γνώριζε.
Ο Ντάντε Αλιγκιέρι (Δάντης) είναι η εμβληματική φυσιογνωμία του 15ου αιώνα στην Ιταλία. Γεννήθηκε ανάμεσα στο 1292 και το 1293 και καθιέρωσε το περίφημο "γλυκύ νέο στιλ" ("dolce stil nuovo") στο έργο του "Θεία Κωμωδία" (Divina Comœdia). Η Θεία Κωμωδία διαιρείται σε τρία μέρη: Κόλαση, Καθαρτήριο και Παράδεισος, καθένα εκ των οποίων αποτελείται από 33 ωδές (canti). Η Θεία Κωμωδία υπήρξε το πρώτο μεγάλο αφηγηματικό ποίημα στην οποία έγινε χρήση συγκεκριμένης ενδεκασύλλαβης ρίμας. Ο Δάντης, σε πρώτο πρόσωπο, περιγράφει ένα φανταστικό ταξίδι στην Κόλαση, το οποίο ξεκινά – κατά την πιθανότερη εκδοχή – την Μεγάλη Παρασκευή του 1300, στις 8 Απριλίου και ενώ ο Δάντης ήταν τριάντα πέντε ετών. Ο Δάντης καταδίκασε στον όγδοο κύκλο της Κολάσεως όσους μοναχούς ή κληρικούς υπέπιπταν στο αμάρτημα της σιμωνίας, δηλαδή της χειροτονίας ή προαγωγής τους σε εκκλησιαστικό αξίωμα, με προσφορά οικονομικών ανταλλαγμάτων. Άλλοι συγγραφείς όπως ο Νικολό Μακιαβέλι και ο Έρασμος, καταδίκασαν την πρακτική αυτή αρκετούς αιώνες αργότερα.

Μποτιτσέλι, Η συκοφαντία του Απελλή

Η ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑ ΤΟΥ ΑΠΕΛΛΗ -SANDRO BOTTICELLI (La calunnia di Apelle) της Άννας – Μαρίας Σκυλά, Λβ1
Φιλοτεχνήθηκε περίπου το 1494 – 1495. Ο Μποτιτσέλι άντλησε το θέμα του από ένα διάσημο πίνακα του Έλληνα καλλιτέχνη της ελληνιστικής περιόδου Απελλή, όπως αυτός περιγράφτηκε από το Λουκιανό. O λόγος που ο Απελλής φιλοτέχνησε τον πίνακα αυτό ήταν ένας τρόπος να περιγράψει τα συναισθήματα θλίψης και οργής που ο ίδιος ένιωσε όταν κατηγορήθηκε άδικα, από έναν ανταγωνιστή του, τον Αντίφιλο, για τη δήθεν συμμετοχή του στο έγκλημα της συνωμοσίας κατά του φαραώ της Αιγύπτου, Πτολεμαίου Α’ του Σωτήρα. Όταν αποδείχτηκε η αθωότητά του, αποφάσισε να μεταφέρει το προσωπικό του βίωμα στον πίνακα αυτό. Το έργο δεν σωζόταν στις μέρες του Μποτιτσέλι. Ωστόσο η περιγραφή του Λουκιανού είχε μεταφραστεί ευρέως. Στον δικό του πίνακα, ο αναγεννησιακός ζωγράφος διατήρησε το σκηνικό στήσιμο των μορφών από την περιγραφή του Λουκιανού και δημιούργησε ένα περίτεχνα στολισμένο αρχιτεκτονικό φόντο για εκείνες. Στα δεξιά απεικονίζεται καθιστός σε έναν υπερυψωμένο θρόνο, σε μια ανοικτή αίθουσα διακοσμημένη με γλυπτά, ένας βασιλιάς, με μεγάλα γαϊδουρίσια αυτιά, στο πρότυπο του βασιλιά Μίδα. Ο άντρας τείνει το χέρι του στη Συκοφαντία, η οποία στέκεται ακόμη λίγο μακρύτερα, αλλά πλησιάζει. Πλάι του βρίσκονται δύο γυναίκες, οι αλληγορικές απεικονίσεις της Άγνοιας και της Υποψίας (ή της Υπόθεσης), που με ζήλο ψιθυρίζουν φήμες στα μεγάλα αυτιά του βασιλιά, πράγμα που υπονοεί την ανόητη φύση του. Η Συκοφαντία, πλησιάζοντας από τα αριστερά, είναι μια ασυνήθιστα όμορφη γυναίκα, που έχει ωστόσο μία θερμή αύρα που υπονοεί την απάτη και την παρορμητικότητα. Στο αριστερό της χέρι κρατά έναν αναμμένο δαυλό, και με το δεξί έλκει έναν νέο από τα μαλλιά. Εκείνος τείνει τα χέρια στους ουρανούς και επικαλείται τους θεούς να καταθέσουν τη μαρτυρία τους υπέρ της αθωότητάς του. Το δρόμο στη Συκοφαντία δείχνει ένας άντρας με διαπεραστικά μάτια, μα χλωμός, παραμορφωμένος, και ρουφηγμένος σαν από μακροχρόνια ασθένεια. Πρόκειται για το Φθόνο. Δυο κοπέλες, προσωποποιήσεις της Μοχθηρίας και της Απάτης, ενθαρρύνουν τη Συκοφαντία, προσθέτοντας πινελιές στην ομορφιά της. Ακολουθώντας με πένθιμη αμφίεση, με μαύρα πέπλα και ξέπλεκα μαλλιά, έρχεται η Μετάνοια. Κοιτά δακρυσμένη πίσω της, περιμένοντας με μια έκφραση ντροπής το πλησίασμα της Αλήθειας. Η Αλήθεια, γυμνή, δείχνει προς τα ουράνια. Η γύμνια της Αλήθειας τη συσχετίζει με τον αθώο νεαρό, του οποίου τα ενωμένα χέρια επικαλούνται επίσης μια ανώτερη δύναμη. Η Αλήθεια θυμίζει το κλασικό μοτίβο απεικόνισης της Αφροδίτης, καθώς και αυτές που ο ίδιος ο καλλιτέχνης έχει δημιουργήσει. Είναι πανέμορφη, σε αντιδιαστολή με την προσωποποίηση της Μετάνοιας, που είναι μια ηλικιωμένη, χτυπημένη από τη θλίψη γυναίκα, με τριμμένα ρούχα. Είναι γυμνή, καθώς δεν έχει να κρύψει τίποτα και η έκφραση του προσώπου της, όπως και η στάση του σώματός της, επικαλούνται την ουράνια δικαιοσύνη.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Για τους μαθητές που θα ασχοληθούν με τον Μπρουνελέσκι και τον Αλμπέρτι (αρχιτεκτονική)

Η στέγαση του καθεδρικού της Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε µε τρούλο ήταν σπαζοκεφαλιά. Ο Μπρουνελέσκι ήταν αυτός που βρήκε µια λαµπρή και κοµψή λύση Αποτελεί ένα από τα µεγαλύτερα µυστήρια της ιστορίας της τέχνης. Από γενιά σε γενιά, οι καθηγητές εξηγούν στους µαθητές τους πώς χτίστηκε αυτό το αριστούργηµα της αρχιτεκτονικής, ο καθεδρικός ναός της Φλωρεντίας. Οι µαθητές κάνουν ότι καταλαβαίνουν και όταν µε τη σειρά τους γίνονται καθηγητές διδάσκουν την υπερβολικά περίπλοκη αυτή τεχνική σε µαθητές που, και αυτοί µε τη σειρά τους, κάνουν ότι καταλαβαίνουν: έτσι το µυστήριο διαιωνίζεται και η επιστήµη προοδεύει.
Ο τρούλος της Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε είναι το έµβληµα της Φλωρεντίας από την εποχή της Αναγέννησης. Ωστόσο, µόνο αναλογιζόµενος κανείς τo ύψος του κτιρίου εσωτερικά µπορεί να καταλάβει σήµερα σε ποιον βαθµό το χτίσιµο του ναού αποτέλεσε επανάσταση στην αρχιτεκτονική της εποχής του. Στη συνέχεια, πρέπει κανείς να ανέβει στο καµπαναριό, που είναι ξεχωριστό από τον ναό και βρίσκεται δίπλα στην πρόσοψη (ολοκληρώθηκε κατά τον 19ο αιώνα), για να θαυµάσει το απόλυτο µεγαλείο αυτού του αριστουργήµατος της αρχιτεκτονικής.
Αυτός που το επινόησε ήταν ο Φιλίπο Μπρουνελέσκι (1377-1446), ένας µικροσκοπικός άνθρωπος µπροστά στις τεράστιες διαστάσεις του εργοταξίου. Οµως νίκησε τους αντιπάλους του αρχιτέκτονες και πέτυχε το ακατόρθωτο γιατί είχε µεγάλο «απόθεµα» λύσεων. ∆εν είχε µία απλή ιδέα αλλά δέκα. Ως άνθρωπος ήταν πρακτικός, δεν έµενε στη θεωρία, αλλά λάµβανε υπόψη του όλες τις παραµέτρους ταυτόχρονα, από τις σκαλωσιές έως την ποιότητα των υλικών που χρησιµοποιούνταν. Και στο µεταξύ, επινόησε πριν από τον Κολόµβο την ιστορία του αυγού για να πείσει τους φλωρεντινούς χρηµατοδότες: ήταν αρκετό να σκεφτεί ότι όταν σπάσεις το αυγό λίγο στην άκρη του, µπορεί να σταθεί στο τραπέζι. Ο Μπρουνελέσκι άλλωστε ήταν ο πρώτος αρχιτέκτονας που κατάλαβε ότι ένα εργοτάξιο πρέπει να συνοδεύεται από αυτό που σήµερα ονοµάζουµε «επικοινωνιακή καµπάνια». Ο Αρνόλφο ντι Κάµπιο, που πέθανε το 1302, έστησε το εργοτάξιο για τον καινούργιο καθεδρικό. Ο Τζιότο σχεδίασε το καµπαναριό. Οι αρχιτέκτονες που τους διαδέχτηκαν δεν είχαν αναρωτηθεί καθόλου για τον τρούλο. Μέσα στη δεκαετία του 1420 είχαν ολοκληρωθεί τα πάντα, συµπεριλαµβανοµένων των τοίχων της βάσης του µελλοντικού τρούλου και κανείς δεν είχε σκεφτεί πώς θα κατάφερναν να την καλύψουν. Ο διαγωνισµός προκηρύχθηκε και αρχιτέκτονες συνέρρεαν από παντού, µε τα πιο τρελά σχέδια: να χτιστεί µια σκαλωσιά και ένα ενδιάµεσο επίπεδο, να τολµήσουν το χτίσιµο µιας µεγάλης κεντρικής κολόνας, να γίνει η κατασκευή από ελαφρόπετρα για να είναι πιο ελαφριά... Αλλοι σκέφτονταν γιγάντια αντιστηρίγµατα ή τεράστιες αντηρίδες. Ολα τα σχέδια απορρίφθηκαν. Η καλύτερη ιδέα ήταν να γεµίσουν τον ναό µε χώµα ανάµεικτο µε νοµίσµατα, να κάνουν κατά κάποιον τρόπο έναν τεράστιο πύργο από άµµο, να κατασκευάσουν τον τρούλο µε βάση αυτό το καλούπι και στη συνέχεια να αναθέσουν σε όλους τους φτωχούς που θα βρίσκονταν εκεί να βγάλουν το χώµα και να κρατήσουν τα χρήµατα. Ο Μπρουνελέσκι έφτιαξε µια µακέτα, ένα µικρό κτίσµα που µπορούσε κανείς να δει µέχρι το 1431. Αρχικά, έπρεπε να χτιστεί ένας κύλινδρος, ο οποίος, διάτρητος από στρογγυλά παράθυρα, θα στήριζε το σύνολο και θα µείωνε την πίεση στους τοίχους. Στη συνέχεια, ο Μπρουνελέσκι ξεφεύγει από τη δοµή του τεθλασµένου, οξυκόρυφου γοτθικού τόξου. Ενώνει τέσσερα σταυρωτά οξυκόρυφα τόξα, λες και η οξυκόρυφη δοµή γυρνούσε γύρω από έναν άξονα. Φαντάζεται για την ανακούφιση του βάρους έναν εσωτερικό και έναν εξωτερικό τρούλο, δύο τρούλους που θα ενώνονταν στη βάση του φανού. Οι ακµές αποτελούν δοµή ικανή να στηριχθεί µόνη της. Ανάµεσα σε αυτές, ο αρχιτέκτονας προέβλεψε διαδρόµους τους οποίους µπορεί κανείς να επισκεφτεί ακόµα και σήµερα. Ενωσε τα πέτρινα τόξα µε σιδερένιες επικασσιτερωµένες ράβδους για να τις σταθεροποιήσει. Για τον εσωτερικό τρούλο προέβλεψε ένα ξύλινο πλαίσιο καλυµµένο από σιδερένιες πλάκες. Ανάµεσα στα τόξα, µε στόχο να δηµιουργήσει τεντωµένες µεµβράνες, όπως οι µύες ανάµεσα στα κόκαλα, τα υλικά πλήρωσης θα γίνονταν όλο και πιο ελαφριά όσο θα υψωνόταν το κτίριο. Θα χρειάζονταν πλίνθοι, σε σχήµα V – ή ψαροκόκαλο –, σύµφωνα µε µια παλαιά αρχή, που θα ανέβαιναν σπειροειδώς και σαν κεραµίδια θα είχαν φορά προς το κέντρο του ναού. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν χρειάστηκε κανένα εξωτερικό ικρίωµα: µια εσωτερική σκαλωσιά, που ψήλωνε µήνα µε τον µήνα παράλληλα µε το εργοτάξιο, ήταν αρκετή για να τοποθετηθούν οι πέτρες και τα τούβλα. Πριν από τον θάνατότου, το 1446, ο Μπρουνελέσκι είχε αρκετό χρόνο για να δηµιουργήσει ένα ακριβές σχέδιο για τον φανό. Σύµφωνα µε την αρχή των γοτθικών ακροσφηνίων, ο φανός πρέπει να ζυγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο για να είναι απολύτως σταθερός. Το τελικό ύψος του τρούλου είναι 107 µέτρα και µαζί µε τον φανό είναι 15 µέτρα ψηλότερος. Μια χάλκινη σφαίρα δεσπόζει στο σύνολο. Αυτό το κερασάκι της τούρτας σφυρηλατήθηκε στο εργαστήριο του Βερόκιο. Και ήταν ένα από τα πρώτα έργα στα οποία δούλεψε ένας νέος µαθητευόµενος, ονόµατι Λεονάρντο. Τι ωραίος συµβολισµός: η ιδιοφυΐα της επόµενης περιόδου έβαλε την τελευταία πινελιά διασφαλίζοντας την αιωνόβια αντοχή του κτιρίου που συµβολίζει την πρώιµη αναγέννηση. Και η σφαίρα αυτή, παρά τα χτυπήµατα των κεραυνών που έχει δεχτεί, πάντα συντηρείται και τοποθετείται και πάλι στη θέση της από τους αρχιτέκτονες του καθεδρικού. (Tου Adrien Goetz Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ")
Είναι γνωστό ότι ο Αλμπέρτι υπήρξε νόθο τέκνο μιας ισχυρής οικογένειας που είχε εξοριστεί από τη Φλωρεντία για πολιτικούς λόγους: ο Λεόν Μπατίστα γεννιέται πράγματι στη Γένοβα το 1404 και έρχεται για λίγο στη Φλωρεντία, μόλις το 1434. Εν τω μεταξύ έχει ακολουθήσει σπουδές στη Βενετία, στην Πάδουα και στην Μπολόνια, ενώ στη Ρώμη, όπου θα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και θα πεθάνει (το 1472), θα εκτελέσει μεγάλο αριθμό εκκλησιαστικών έργων υπό τον ουμανιστή Πάπα Νiccolς V, αλλά κυρίως θα έχει την ευκαιρία να κάνει κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό: να αναπτύξει με συστηματικό τρόπο τα αρχαιολογικά του ενδιαφέροντα και τις σχέσεις με τον κλασικισμό της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής, εμβαθύνοντας μεταξύ άλλων σε μνημεία παραδειγματικά όπως το Πάνθεον. Εδώ έχει τη βάση της η νέα θεώρηση του «κλασικού» που επιχειρείται από τον Αλμπέρτι στο πλαίσιο μιας ουμανιστικής θεώρησης του κόσμου και της ιστορίας· πρόκειται για μια θεώρηση που βρίσκει εκφραστικές διόδους σε αριστουργήματα όπως ο ναός του Μαλατέστα στο Ρίμινι ή εκείνος του Αγίου Ανδρέα στη Μάντουα. Στη Ρώμη επίσης ο Λεόν Μπατίστα ολοκληρώνει το 1450 τον χειρόγραφο κώδικα Περί αρχιτεκτονικής (De re aedificatoria) που θα τυπωθεί στη Φλωρεντία το 1485 με πρωτοβουλία του Λαυρέντιου των Μεδίκων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απουσία αρχιτεκτονικών σχεδίων από αυτή την πραγματεία ερμηνεύτηκε ενίοτε, αρχίζοντας από τον ίδιο τον Βαζάρι, ως έκφραση ενός διανοουμενίστικου σνομπισμού, της απουσίας δηλαδή ενδιαφέροντος για τα πρακτικά ζητήματα, για τη «σκόνη του εργοταξίου». Ο Αλμπέρτι, εν τούτοις, όχι μόνο αποφεύγει με αυτόν τον τρόπο τα σχεδιαστικά λάθη που θα διέλαθαν στα πολλαπλά χειρόγραφα αντίτυπα της εποχής, αλλά επίσης υποχρεώνει τους αναγνώστες-μαθητές να επιδοθούν στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό με αυτόνομη δημιουργική έφεση στη βάση των ακριβέστατων γραπτών περιγραφών και υποδείξεων αυτού του θεμελιώδους συγγράμματος για την ιστορία και τη θεωρία της αρχιτεκτονικής. Ο Αλμπέρτι λοιπόν, δημιουργός με πολλαπλά ενδιαφέροντα, από τη φυσική και τα μαθηματικά ως την ποίηση, τη μουσική, τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Κυρίως όμως αρχιτέκτων, ένα επάγγελμα που ο ίδιος θεωρούσε το πιο σπουδαίο, το πιο φιλοσοφικό και από την ίδια τη φιλοσοφία. Με αφορμή τα 600 χρόνια από τη γέννησή του, η καθοριστική επιρροή του στον πολιτισμό της Αναγέννησης επιδιώχτηκε να καταγραφεί σε μια σειρά από εξειδικευμένες εκθεσιακές και συνεδριακές εκδηλώσεις σε διάφορες ιταλικές πόλεις. Σε αυτές επεδίωξε να αντιπαρατεθεί, με λίγη καθυστέρηση, η πιο «εκλαϊκευμένη» και εν τούτοις πρωτότυπη έκθεση για τον Αλμπέρτι και τη Φλωρεντία του 15ου αιώνα. Το μεγάλο αυτό εκθεσιακό γεγονός γνώρισε μια προβολή αντίστοιχης σημασίας (υπολογίζεται ότι το 10% περίπου του συνολικού κόστους της έκθεσης, δηλαδή 200.000 ευρώ, διατέθηκαν από τον κύριο τραπεζικό χορηγό αποκλειστικά για τη διαφήμιση). Ο Αλμπέρτι δεν υλοποίησε στη Φλωρεντία παρά τρία - τέσσερα έργα εξαιρετικής ωστόσο σημασίας: το μέγαρο του Giovanni Rucellai, βασικού εργοδότη του Αλμπέρτι, μια αναπαραγωγή του Παναγίου Τάφου της Ιερουσαλήμ στο παρεκκλήσι της οικογένειας Rucellai, την όψη της γοτθικής εκκλησίας της Santa Maria Novella και τον κεντρικό θόλο (tribuna) της εκκλησίας της Santissima Annunziata. H έκθεση ωστόσο διαμορφώνεται ουσιαστικά γύρω από τις αισθητικές θεωρίες του Αλμπέρτι και την πρόσληψή τους στην τέχνη των φλωρεντινών συγχρόνων του, αλλά και το αντίστροφο: την υποδοχή, από τον Αλμπέρτι, των αντιλήψεων των «ντόπιων» Μπρουνελέσκι, Ντονατέλο, Γκιλμπέρτι, Μαζάτσιο ή τη σημασία που είχε γι' αυτόν η επαφή με τους λόγιους, Δυτικούς και Βυζαντινούς, στη φλωρεντινή Σύνοδο των Εκκλησιών του 1439.