Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Ανάπτυξη των πόλεων σε Βυζάντιο και Δύση και πνευματική παραγωγή κατά τον Μεσαίωνα

Στις παραδόσεις Ιστορίας στην τάξη "αφήσαμε" την Ευρώπη στα μέσα του 9ου μ.Χ. αιώνα, όταν οι διάδοχοι του Καρλομάγνου έθεταν τις βάσεις για την 'εν σπέρματι' διαμόρφωση εθνικών κρατών. Το πείραμα αυτό, όπως είδαμε, απέτυχε, για να επανεμφανιστεί ως τάση στα μέσα του 13ου αιώνα, κατά την πρώιμη Αναγέννηση. Στο μεταξύ, η πολιτικοκοινωνική κατάσταση στο Βυζάντιο διαμορφωνόταν με βάση της σχέσεις της Αυτοκρατορίας με τους εξωτερικούς εχθρούς. Κατά τις περιόδους "σχετικής" ειρήνευσης, οι κάτοικοι της βυζαντινής αυτοκρατορίας ευημερούσαν, ως ένα βαθμό, η δε αξιοποίηση των Σκλαβηνιών και των άλλων εγκαταστάσεων αλλοφύλων στο έδαφος της Αυτοκρατορίας απέδιδε καρπούς στην οικονομία και την άμυνα του κράτους που "υπολειπόταν" από τη συνεχή απώλεια εδαφών. Με άλλα λόγια, η σταδιακή συρρίκνωση της επικράτειας μπορεί μεν να απέβαινε εις βάρος της λάμψης και της ισχύος που η Αυτοκρατορία ανακλούσε στη συνείδηση των κατοίκων της, ωστόσο δεν επιβάρυνε τον κρατικό έλεγχο της οικονομίας και των συναλλαγών: αντίθετα, τον ευνοούσε, με αποτέλεσμα την καλύτερη συλλογή των φόρων και τη δημογραφική αύξηση των πόλεων. Ανακεφαλαιώνοντας, μπορεί κανείς να ισχυριστεί με αρκετή δόση βεβαιότητας πως το δεύτερο ήμισυ του 9ου μ.Χ. αιώνα, και πιο συγκεκριμένα η περίοδος 867-1081, ήταν για το βυζαντινό κράτος εποχή μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης. Η αναπροσάρτηση μερικών από τις χαμένες περιοχές των Βαλκανίων, της Μικράς Ασίας, της Συρίας και της Κρήτης, και η δημογραφική αύξηση, που πραγματοποιήθηκαν από τον 9ο αιώνα ως τα χρόνια του Βασίλειου Β' (976-1025), ήταν παράγοντες που επέδρασαν πολύ ευνοϊκά στην οικονομία.
Στον χάρτη αυτόν του 12ου αιώνα μπορεί κανείς να δει την κατάσταση των συνόρων στην Ευρώπη μέχρι τις Σταυροφορίες. Συγκεκριμένα η "ρωμαϊκή αυτοκρατορία" του Βυζαντίου φαντάζει απολύτως συρρικνωμένη. Αυτό, ωστόσο, δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στην πραγματικότητα: μιλάμε για την έναρξη της Υστεροβυζαντινής φάσης, δηλαδή για μια τελευταία αναλαμπή της κρατικής υπόστασης του Βυζαντίου, που θα προκαλέσει τον φθόνο και τον ανταγωνισμό των δυτικών, σε όλα τα επίπεδα. Αυτός ο φθόνος και η τάση ανταγωνισμού θα εκδηλωθεί τόσο στον έλεγχο των θαλάσσιων εμπορικών οδών, όσο και στο θέμα των τελωνειακών δασμών και της αμφισβήτησης της βυζαντινής κυριαρχίας σε όλα τα επίπεδα. Μια πρώτη εκδήλωση αυτής της παρεμβατικής τάσης των δυτικών θα είναι το "πρώτο σχίσμα" του Φωτίου με τον Πάπα, κατά τον 9ον αιώνα, που θα προκύψει ως η (εύλογη) αγανάκτηση του βυζαντινού αρχιεπισκόπου για την απροκάλυπτη παρέμβαση του Πάπα στη διαδικασία εκχριστιανισμού και προσεταιρισμού των Βουλγάρων του Βόρη.
"Η Βιβλιοθήκη του Φωτίου, η "Μυριόβιβλος", είναι καθρέπτης των αναλυομένων μετά των μαθητών του και αξιολογουμένων συγγραμμάτων της κλασσικής και μεσαιωνικής περιόδου" (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 12, στ. 27) Κατά τη δεύτερη περίοδο της Εικονομαχίας (815-843), η οικογένεια του Φωτίου υπέστη διώξεις για τα εικονοφιλικά της φρονήματα, ενώ ο ίδιος ο Φώτιος αφορίστηκε για την προσήλωσή του στην τιμή των εικόνων. Μετά όμως τον θρίαμβο τής Ορθοδοξίας (843) και την οριστική αναστήλωση των εικόνων, αποκαταστάθηκε στην εκκλησιαστική κοινωνία και στα χρόνια του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ (842-867) πήρε διάφορα αυλικά αξιώματα, φέροντας εις πέρας δύσκολες και υπεύθυνες αποστολές. Όταν στο θρόνο της Κων/πόλεως ανερχόταν ο Φώτιος, στον παπικό θρόνο είχε μόλις ανέλθει ο πάπας Νικόλαος Α΄ (858-867) άνθρωπος φιλόδοξος ο οποίος φρόντιζε να προβάλλει το Παπικό πρωτείο ακόμη και με χρήση χαλκευμένων κειμένων. Καθώς η άνοδος του Φωτίου πραγματοποιήθηκε, όταν ο προηγούμενος Πατριάρχης, Ιγνάτιος, είχε εξοριστεί από τον αυτοκράτορα και οντάς στην εξορία αναγκάστηκε να παραιτηθεί υπό πίεση, οι υποστηρικτές του Ιγνατίου, αρνούμενοι να δεχτούν ως νόμιμη αυτή την παραίτηση, θεωρούσαν τον Φώτιο ως σφετεριστή. Ο Νικόλαος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να καταστεί ρυθμιστής των εσωτερικών αντιθέσεων της Ανατολής, και να επιβάλει τα απορρέοντα από το διεκδικούμενο παπικό πρωτείο δικαιώματα στους πατριάρχες της Ανατολής. Επιπλέον, θα μπορούσε να λύσει το ζήτημα της εκκλησιαστικής (και έμμεσα της πολιτικής) εξάρτησης της Καλαβρίας, της Σικελίας και του Ιλλυρικού (δυτικής Βαλκανικής), που πριν ενάμιση σχεδόν αιώνα είχαν αποσπαστεί από τη σφαίρα επιρροής της Ρώμης.
Όταν ο Φώτιος έστειλε μια επιστολή στον Πάπα για να του γνωστοποιήσει την ανάρρησή του σε αρχιρπίσκοπο, ο Νικόλαος δήλωσε πως, "πριν αναγνωρίσει τον Φώτιο, θα ήθελε να παρακολουθήσει καλύτερα τη διαμάχη μεταξύ του νέου Πατριάρχη και του κύκλου του Ιγνατίου". Γι' αυτό το 861 έστειλε αντιπροσώπους του στην Κωνσταντινούπολη. Ο Φώτιος που δεν ήθελε νέες διαμάχες, υποδέχτηκε με σεβασμό τους αντιπροσώπους (λεγάτους), προσκαλώντας τους μάλιστα να προεδρεύσουν στη Σύνοδο που συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη για να ρυθμίσει το θέμα που ανέκυψε μεταξύ αυτού και του Ιγνατίου. Οι λεγάτοι συμφώνησαν και τελικά, μαζί με την υπόλοιπη Σύνοδο αποφάσισαν πως ο Φώτιος ήταν ο νόμιμος Πατριάρχης. Οταν όμως οι λεγάτοι επέστρεψαν στη Ρώμη, ο Νικόλαος διακήρυξε πως είχαν υπερβεί την εξουσία που διέθεταν και γι' αυτό αποκήρυξε την απόφασή τους.
Ήταν προφανές πως ο Νικόλαος υπολόγιζε ότι το καθεστώς του Ιγνατίου θα ήταν ευνοϊκότερο και ασθενέστερο σε σχέση με του Φωτίου και θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα σχέδιά του. Έτσι, δύο χρόνια μετά (863), μία σύνοδος που συνήλθε στη Ρώμη αθώωσε τον Ιγνάτιο και κατεδίκασε τον Φώτιο, σε μία ανήκουστη επέμβαση της Δυτικής στα διοικητικά της Ανατολικής Εκκλησίας. Το πλήγμα αυτό, μαζί με την όξυνση των διεκδικήσεων του Πάπα στη Βουλγαρία, ανάγκασε τον Φώτιο ν' ανταποδώσει: δεν μπορούσε βεβαίως να αμφισβήτησει την εκλογή του Νικολάου ως μή αρμόδιος να κάνει κάτι τέτοιο, οπότε έπρεπε να μετακίνησει το όλο θέμα στον δογματικό τομέα, και κυρίως, στο μέγα ζήτημα του Filioque (Φιλιόκβε). Όλο αυτό το διπλωματικό επεισόδιο, βέβαια, απηχούσε τη δυσαρέσκεια του Πάπα για τον προσεταιρισμό των Βουλγάρων από το Βυζάντιο.
Το έτος 867 ο Φώτιος ανέλαβε δράση. Έγραψε μια Εγκύκλιο Επιστολή στους άλλους Πατριάρχες της Ανατολής, καταγγέλλοντας το Filioque και αυτούς που το χρησιμοποιούν. Αν και κάποιοι ιστορικοί θεωρούν ατυχή την επίθεση προς τον Πάπα, στην πραγματικότητα, ο Φώτιος εξωτερίκευε τις σκέψεις του επάνω σε ένα ζήτημα που ο Καρλομάγνος και οι σύμβουλοι του πριν από εβδομήντα χρόνια είχαν αναδείξει σε αντικείμενο διαμάχης, και τώρα ερχόταν στο προσκήνιο με την επικείμενη εισαγωγή του Filioque στη Βουλγαρία μαζί με άλλες λατινικές καινοτομίες που κατήγγειλαν οι βυζαντινοί ιεραπόστολοι. Μετά την αποστολή της επιστολής, ο Φώτιος συνεκάλεσε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αφόρισε τον Πάπα Νικόλαο, χαρακτηρίζοντάς τον αιρετικό. Σε αυτό το χρονικό σημείο, λοιπόν, επήλθε το λεγόμενο "πρώτο σχίσμα"μεταξύ των δύο εκκλησιών, της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθόδοξης Ανατολικής.
Λίγο μετά από τον Φώτιο, και με την έναρξη της επόμενης δυναστείας, η αναπροσάρτηση κάποιων εδαφών από τη Μακεδονική δυναστεία σήμανε για το κράτος αύξηση των πλουτοπαραγωγικών του πηγών: είχε πάλι στη διάθεσή του περιφέρειες σημαντικές οικονομικά, που παραδοσιακά εκμεταλλευόταν (κυρίως αγροτικά). Η ειρήνευση και η δημογραφική ανάπτυξη σήμαναν αύξηση και του παραγωγικού πληθυσμού. Τέλος, η κρατική παρέμβαση, η οργάνωση και ο έλεγχος έδωσαν ώθηση και έθεσαν στέρεες βάσεις για τη μεγάλη ανάπτυξη της αστικής οικονομίας. Κατά την περίοδο των διαδόχων του Βασιλείου Β', η κατάσταση άρχισε να μεταστρέφεται εις βάρος της αυτοκρατορίας, η οποία είχε υπερβεί τις δυνάμεις της. Ως το 1081, το Βυζάντιο έχασε αρκετό έδαφος (μεγάλο μέρος της Μικράς Ασίας και όλες τις αρχαίες κτήσεις του στη νότια Ιταλία), με τις ανάλογες οικονομικές απώλειες, κυρίως στον τομέα του εμπορίου. Στον τομέα των δημόσιων οικονομικών επίσης άρχισαν σιγά σιγά να διαφαίνονται προβλήματα που θα εμφανιστούν καθαρά στους επόμενους αιώνες και θα επηρεάσουν καθοριστικά το μέλλον της αυτοκρατορίας. Ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρέασε την αγροτική παραγωγή και οικονομία του βυζαντινού κράτους ήταν η δημογραφική ανάπτυξη: η αύξηση του πληθυσμού οδήγησε και στην αύξηση των εκμεταλλεύσιμων αγροτικά γαιών. Έτσι, το χρονικό διάστημα μεταξύ 9ου και πρώτου μισού του 11ου αιώνα ήταν μια περίοδος μεγάλης ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας. Επιπλέον, από τα μέσα του 9ου αιώνα, η βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν και πάλι σε θέση να εξασφαλίσει τα σύνορά της και να προστατεύσει τους κατοίκους της, με αποτέλεσμα η αγορά και εκμετάλλευση γης να γίνει μια σίγουρη και κερδοφόρα οικονομική επένδυση για τους υπηκόους του κράτους. Οι διαθέσεις των πιο πλούσιων απ' αυτούς, οι οποίοι έτειναν να συγκεντρώνουν πολύ μεγάλες εκτάσεις γης στα χέρια τους, γίνονταν όλο και πιο απειλητικές. Έτσι, άρχισε την περίοδο αυτή (867-1081) μια φάση ανταγωνισμού ανάμεσα στους μεγάλους γαιοκτήμονες, τους δυνατούς, όπως ονομάζονταν, και τους ελεύθερους μικρούς καλλιεργητές της γης, τους πένητες, που κυριαρχούσαν στο διάστημα 610-867.Από τα μέσα του 11ου αιώνα, ωστόσο, άρχισε μια περίοδος τελμάτωσης. Οι μικροϊδιοκτήτες, από τη μια, δεν μπορούσαν και οι μεγαλογαιοκτήμονες, από την άλλη, δεν ήταν πρόθυμοι να αυξήσουν σημαντικά την αγροτική παραγωγή, με αποτέλεσμα αυτή να παρουσιάσει ύφεση. Αυτή, βέβαια, η αλλαγή δεν παύει να εντάσσεται σ' ένα γενικά θετικό πλαίσιο καθώς έχει αυξηθεί η ποσότητα της γης υπό αγροτική εκμετάλλευση. Η αξιοποίηση της βυζαντινής γης (ιδιόκτητης ή μη) συνίστατο σε δραστηριότητα κυρίως γεωργική και κτηνοτροφική, αλλά επίσης δασοπονική, υλοτομική και αλιευτική. Η απόκρουση, κατά τον 8ο, 9ο και 10ο αιώνα, των εχθρικών επιδρομών που είχαν κλονίσει τη βυζαντινή αυτοκρατορία και αναστατώσει την οικονομική και κοινωνική ζωή της, επέφερε αλλαγές στην εσωτερική ζωή του κράτους και, κατά συνέπεια, στην κοινωνία. Οι αλλαγές αυτές άρχισαν να φαίνονται στα χρόνια των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, που κυρίως με τα μέτρα τους υπέρ των ελεύθερων μικροκαλλιεργητών, συντέλεσαν στη διαμόρφωση μιας περισσότερο σταθερής κοινωνίας. Αυτή παρέμεινε στη βάση της αγροτική, όπως άλλωστε οι περισσότερες μεσαιωνικές κοινωνίες. Οικονομικές δραστηριότητες αστικού χαρακτήρα αναπτύχθηκαν μόνο σε κάποιες πόλεις που στην περίοδο αυτή της Μέσης Βυζαντινής εποχής (867-1081) άρχισαν γενικά να αναδιοργανώνονται. Η διάκριση σε τάξεις εξακολούθησε να υπάρχει, παγιώθηκε μάλιστα κατά κάποιον τρόπο με τη νομοθεσία των Μακεδόνων, ενώ ταυτόχρονα συστηματοποιήθηκε επίσημα η ιεραρχία των βυζαντινών αξιωματούχων με τα λεγόμενα "Τακτικά". Χαρακτηριστική της περιόδου υπήρξε η ενίσχυση της θέσης της Εκκλησίας και του μοναχισμού μετά τη λήξη της Εικονομαχίας. Επίσης, στη βυζαντινή ύπαιθρο κυριάρχησε η πάλη μεταξύ δυνατών και αδυνάτων, που οδήγησε στη νίκη των πρώτων, οι οποίοι κυριάρχησαν στη βυζαντινή κοινωνία από τα τέλη της περιόδου αυτής.
Η μετατροπή των πόλεων σε κάστρα κατά την πρώτη περίοδο της Μέσης Βυζαντινής εποχής (610-867) επέδρασε στην εξέλιξη της αστικής ζωής. Ο πληθυσμός των πόλεων μειώθηκε, η τοπική αυτοδιοίκηση αποδυναμώθηκε και η κοινωνική δομή διαμορφώθηκε σύμφωνα με τις νέες συνθήκες. Η επιτυχής απόκρουση όμως των εχθρικών επιδρομών, κυρίως από τους Μακεδόνες αυτοκράτορες, και η εξυγίανση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής που ακολούθησε οδήγησαν στην αναδιοργάνωση και ανάπτυξη των πόλεων, το 10ο κυρίως αιώνα. Αστικού χαρακτήρα οικονομικές δραστηριότητες αναπτύχθηκαν κυρίως στις βαλκανικές πόλεις της αυτοκρατορίας, ενώ στη Μικρά Ασία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι πόλεις διατήρησαν αγροτικό χαρακτήρα και υστέρησαν εμφανώς ως προς την αστική ανάπτυξη. Και, φυσικά, προς την ευδοκίμηση αυτού του τύπου πολιτισμού που συνήθως ονομάζουμε ΥΣΤΕΡΟΒΥΖΑΝΤΙΝΟ.
Οι εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες στις πόλεις ανακόπτονταν από τα κρατικά μονοπώλια και τον κρατικό παρεμβατισμό. Ο κρατικός έλεγχος επιτυγχανόταν με τη συντεχνιακή οργάνωση της βιοτεχνίας και του εμπορίου. Οι πληροφορίες μας για την οργάνωση αυτή προέρχονται από το "Επαρχικό Βιβλίο" του Λέοντα ΣΤ΄ Σοφού, που περιλάμβανε διατάξεις σχετικές με την οργάνωση και τον έλεγχο των συντεχνιών της Κωνσταντινούπολης, οι οποίες ανήκαν στη δικαιοδοσία του επάρχου της πόλεως. Όλοι οι επαγγελματίες έπρεπε να είναι γραμμένοι μόνο σε ένα σωματείο, το οποίο και εξέλεγε τον πρόεδρό του. Oι ώρες εργασίας και οι μισθοί των εργατών ήταν καθορισμένα, ενώ η είσοδος νέων μελών στο σωματείο γινόταν με καταβολή ορισμένου ποσού. Επιπλέον, κάθε σωματείο είχε συγκεκριμένη θέση στο χώρο της αγοράς. Σκοπός της συντεχνιακής οργάνωσης ήταν η προστασία τόσο του κράτους όσο και των καταναλωτών, με τον έλεγχο των τιμών των τροφίμων και αγαθών της αγοράς της Πρωτεύουσας. Δε γνωρίζουμε, ωστόσο, αν η οργάνωση αυτή εφαρμοζόταν και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας. Προς το τέλος της περιόδου, η συντεχνιακή οργάνωση άρχισε να παρακμάζει, ενώ από τον 11ο ήδη αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους για πρώτη φορά "αδελφότητες" που συνδέονταν όμως με ενοριακές εκκλησίες ή με μοναστήρια πόλεων, μια οργάνωση που συναντιέται εκτός από την Κωνσταντινούπολη και σε επαρχιακές πόλεις.
•7 Μαρτίου 961 μ.Χ. :Ο Νικηφόρος Φωκάς απελευθερώνει την Κρήτη από τους Άραβες •Οι Ούγγροι εισβάλλουν στη Βουλγαρία και φτάνουν μέχρι τα βυζαντινά εδάφη. Ηττώνται από τον Μαριανό Αργυρό.
962 μ.Χ: Η Ιταλία βρίσκεται πάλι σε πολιτικές αναταραχές όταν ο Βερεγγάριος ενοχλεί τα βόρεια παπικά εδάφη ο πάπας Ιωάννης ΙΒ΄ καλεί τον Όθωνα για βοήθεια και τον στέφει Ρωμαίο αυτοκράτορα και φύλακα της περιουσίας των εκκλησιαστικών εδαφών:: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΡΑΪΧ! Όταν ο Όθων ανακατέλαβε τα παπικά εδάφη από τον Βερεγγάριο και εγκατέλειψε την Ρώμη ο πάπας φοβήθηκε την ισχύ του αυτοκράτορα και συνωμότησε εναντίον του με το Βυζάντιο και τους Ούγγρους. Ο Όθων επέστρεψε στην Ρώμη τον Νοέμβριο του 963 συγκάλεσε Σύνοδο με την οποία κήρυξε έκπτωτο τον πάπα Ιωάννη ΙΒ΄ τοποθετώντας στη θέση του τον Λέοντα Θ΄, όταν ο αυτοκράτορας εγκατέλειψε την Ρώμη ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους οπαδούς του και σε αυτούς του Ιωάννη. Ο Ιωάννης άρχισε να αφορίζει όσους τον εκθρόνισαν αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα να επανέλθει για τρίτη φορά. Τον Ιούλιο του 964 εκθρόνισε τον πάπα Βενέδικτο Ε΄, που τον είχε τοποθετήσει ο Ιωάννης, ο οποίος είχε πεθάνει δύο μήνες νωρίτερα, πήρε υπόσχεση από τους κατοίκους της Ρώμης να μην εκλέξουν ποτέ νέο πάπα χωρίς την αυτοκρατορική έγκριση. Συνέχισε να κάνει εκστρατείες στην Ιταλία (966 - 972) και το 972 ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Α΄ Τσιμισκής του αναγνώρισε τον αυτοκρατορικό τίτλο, ενώ συμφώνησε να δώσει την ανιψιά του, Θεοφανώ, ως σύζυγο στον γιο και διάδοχό του, Όθωνα Β΄.
963.16 Μαρτίου:Ο πεντάχρονος Βασίλειος Β’αναγορεύεται αυτοκράτορας του Βυζαντίου, με συναυτοκράτορα τον αδελφό του Κωνσταντίνο.
•4 Ιουνίου-2 Οκτωβρίου:Ο Γερμανός αυτοκράτορας Όθων Α΄ (962-973) απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη τον λομβαρδικής καταγωγής Λιουτπράνδο, επίσκοπο Κρεμώνας, ώστε να διαπραγματευτεί με τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά το συνοικέσιο του γιου του, Όθωνα Β΄, με την αρχοντοπούλα Θεοφανώ. Η κακή ωστόσο συμπεριφορά που φαίνεται ότι επέδειξαν οι βυζαντινές αρχές απέναντι στον Λιουτπράνδο, λόγω του ότι πήγε εκεί ως εκπρόσωπος του Γερμανού ηγεμόνα, ενός σφετεριστή της ρωμαϊκής νομιμότητας, τον εξόργισε και έγραψε μια άκρως εμπαθή και σφόδρα επικριτική αναφορά για το ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη με τον λατινικό τίτλο: “De Legatione Constantinopolitana”Αναπτύσσονται τα δυτικά στερεότυπα κατά του Βυζαντίου: κατά τον Λιουτπράνδο: "...Ο Νικηφόρος είναι ένα πλάσμα πραγματικά τερατώδες, πυγμαίος με τεράστιο κεφάλι, με μάτια σαν του τυφλοπόντικα, με γενειάδα κοντή, πλατιά, πυκνή, ασπριδερή. Το μέτωπό του είναι ένα δάκτυλο πλατύ, η κόμη ατίθαση και άγρια στολίζει το άγριο πρόσωπο σαν να ήταν Ίοπας. Το δέρμα του είναι μαυριδερό σαν να ήταν Αιθίοπας. Είναι κοιλαράς με αδύνατους γλουτούς. Τα μπούτια είναι μεγάλα, δυσανάλογα με το κοντό του ανάστημα, τα πόδια του πλατιά. Φορούσε έναν παλιό χωριάτικο μανδύα, ξεφτισμένο και βρωμερό, και υποδήματα Σικυώνια. Ο λόγος του είναι θρασύς, αλλά ο νους του σαν της αλεπούς και σαv τον Οδυσσέα είναι επίορκος και ψευταράς,χωριάτης, κατσικοπόδαρος, κερατάς, γυναικωτός, μαλλιαρός, άξεστος, βάρβαρος, βάναυσος, «περπατά σαν γριά και έχει κατσικίσια μούρη». Συνεχίζοντας, ο Λιουτπράνδος αποφαίνεται: "Ο βασιλιάς των Ελλήνων είναι μαλλιαρός, φοράει χλαμύδα με μακριά μανίκια και γυναικείο μανδύα, είναι ψεύτης, απατεώνας, αδυσώπητος, πονηρή αλεπού, υπερόπτης, ψευδοταπεινόφρων, τσιγκούνης, πλεονέκτης, τρώει σκόρδο, κρεμμύδια και πράσα και πίνει βάλνιον. Απεναντίας, ο βασιλιάς των Φράγκων είναι καλοκουρεμένος, δεν φοράει γυναικεία ρούχα, σκεπάζει το κεφάλι του, είναι ειλικρινής, δεν εξαπατά κανέναν, είναι πολυεύσπλαχνος όταν πρέπει, αυστηρός όταν χρειάζεται, πάντα πραγματικά ταπεινόφρων, ποτέ του φιλάργυρος, δεν τρώει σκόρδο, κρεμμύδια και πράσα για να κάνει οικονομία στα ζώα"(Λιουτπράνδος της Κρεμώνας, Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη του Νικηφόρου Φωκά, Αθήνα 1997, σ. 26 και Μαρτιάλης, 14).
971.Εκστρατεία του Τζιμισκή εναντίον των Ρώσων-κυριεύει την Πρεσλάβα και αιχμαλωτίζει τον Σβιατοσλάβο στο Δορύστολο.
•972.14 Απριλίου:Στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης ο γιος του γερμανού αυτοκράτορα, Όθων Β’,παντρεύεται τη Βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ.
Με καταγωγή τις Σκανδιναβικές χώρες, κυρίως τη Σουηδία, τη Νορβηγία, και αργότερα την Ισλανδία και την Αγγλία, οι άνδρες της Βαράγγιας Φρουράς, του επίλεκτου σώματος του Βυζαντινού Αυτοκρατορικού στρατού κατά τον 10ο, τον 11ο και τον 12ο αιώνα, διαδραμάτισαν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η λέξη Βαράγγοι ετυμολογείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι είναι απλώς μια Βυζαντινή παραλλαγή της λέξης «Φράκγοι», αλλά το πιθανότερο είναι ότι προέρχεται από τις αρχαίες Νορδικές λέξεις «var», δηλαδή ορκίζομαι , και gengi, δηλαδή σύντροφοι, δύο λέξεις που θα μπορούσαμε να αποδώσουμε μαζί με την Ελληνική λέξη αδελφοποιητοί. Ως ιδρυτές της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, αλλά και ως αφοσιωμένοι μισθοφόροι των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, έμειναν στην ιστορία για τη γενναιότητά τους, το πολεμικό τους φρόνημα, αλλά και τη βαρβαρική τους συμπεριφορά. Αν και οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι οι Βαράγγοι κατάγονταν αρχικά από τις Σκανδιναβικές χώρες, και κυρίως την περιοχή της Σουηδίας γύρω από τη λίμνη Μέλερ, υπάρχουν και αρκετοί μελετητές, κυρίως Ρώσοι, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι αυτοί ήταν κυρίως Σλαβικής καταγωγής. Σε κάθε περίπτωση, η πρώτη αναφορά στους Βαράγγους ή Βάριαγκς, όπως ονομάζονταν στα Σλαβικά, προέρχεται από το λεγόμενο Αρχικό Ρωσικό Χρονικό, ένα χειρόγραφο με την ιστορία των Ρώσων ή Ρως του Κιέβου από το 850 ως το 1110, γραμμένο από κάποιον μοναχό Νέστορα περί το 1113: «Οι Λίακ (Πολωνοί), οι Πρώσοι και οι Τσουντ (πρόγονοι των Φινλανδών και των Εσθονών) ζουν γύρω από την Βαράγγια Θάλασσα (Βαλτική). Οι Βαράγγοι κατοικούν επίσης στις ακτές της ίδιας θάλασσας, και επεκτείνονται ανατολικά μέχρι το μερδικό του Σημ (εννοεί το γιο του Νώε, ο οποίος κληρονόμησε σύμφωνα με την παράδοση την Ασία). Γιατί κι αυτοί ζουν στα δυτικά, πλάι σε αυτή την θάλασσα, μέχρι τις χώρες των Άγγλων και των Γάλλων. Κι αυτό, επειδή και τα ακόλουθα έθνη αποτελούν μέρος της φυλής του Ιάφεθ (του γιου του Νώε που κληρονόμησε την Ευρώπη): Οι Βαράγγοι, οι Σουηδοί, οι Νορμανδοί, οι Γκοτλάνδιοι, οι Ρώσοι, οι Άγγλοι, οι Ισπανοί, οι Ιταλοί, οι Ρωμαίοι, οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Βενετοί, οι Γενοβέζοι και άλλοι». Το ίδιο χρονικό αναφέρει ότι αν και οι λαοί της σημερινής Ουκρανίας πλήρωναν φόρο υποτελείας στους Βαράγγους, τελικά κατάφεραν να τους εκδιώξουν και να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Σύντομα όμως, το 6370 από κτίσεως κόσμου (δηλαδή το 862 μ.Χ.), οι έριδες μεταξύ των τοπικών φυλών ήταν τόσο μεγάλες ώστε αποφάσισαν να καλέσουν και πάλι τους ισχυρούς Βαράγγους για να τους κυβερνήσουν. Πέρασαν λοιπόν τη θάλασσα, και πήγαν να βρουν τους Βαράγγους Ρως. Αυτούς τους συγκεκριμένους Βαράγγους τους ονόμαζαν Ρως (Ρώσους) όπως κάποιοι άλλοι ονομάζονται Σουηδοί, και άλλοι Νορμανδοί, Άγγλοι και Γκοτλάνδιοι. Ύστερα είπαν στους Ρως: ''Η χώρα μας είναι μεγάλη και πλούσια, αλλά δεν υπάρχει τάξη εκεί. Ελάτε να την κυβερνήσετε και να βασιλέψετε''. Επέλεξαν τρεις αδελφούς με τις οικογένειές τους και αυτοί πήραν μαζί τους όλους του Ρως και μετανάστευσαν. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία, ο Ρούρικ, εγκαταστάθηκε στο Νόβγκοροντ, ο δεύτερος, ο Σίνεους, στο Μπελουζέρο, και ο τρίτος, ο Τρουβόρ, στο Ίζμπορσκς. Εξαιτίας αυτών των Βαράγγων, η περιοχή του Νόβγκοροντ έγινε γνωστή ως χώρα των Ρως (Ρώσων). Ωστόσο, οι ιστορικές και οι αρχαιολογικές έρευνες αποδεικνύουν ότι η εξάπλωση των Βαράγγων στη Ουκρανία ήταν σταδιακή, και είχε ξεκινήσει ήδη από τον 8ο αιώνα. Με τους Βυζαντινούς, οι Βαράγγοι δημιούργησαν ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις, τουλάχιστον κατά τις περιόδους που δεν έκαναν επιδρομές εναντίον τους. Σύμφωνα με το Βασικό Χρονικό, ο κάθε έμπορος μπορούσε να παραμείνει και να τρέφεται στην Κωνσταντινούπολη επί έξι μήνες, με τον όρο να διαμένει αποκλειστικά στη συνοικία του Αγίου Μάμαντος και να αποφεύγει τη βία. Τα εμπορεύματά τους ήταν κυρίως γουναρικά, μέλι και δούλοι. Τα ονόματα που αναφέρονται παραπέμπουν σαφώς στη Σκανδιναβική καταγωγή τους: Κάρλι, Βέρμουντρ, Γκόντι, Ανγκαντίρ, Φάστι.
Η Εμπορική οδός Βαράγγων - Ελλήνων (ή του Δνείπερου) είναι όρος που χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς για να περιγράψει την εμπορική δραστηριότητα μεταξύ των Βαράγγων και των Βυζαντινών κατά το Μεσαίωνα. Υπήρξε μία από τις δύο βασικές εμπορικές γραμμές των Βαράγγων - η άλλη ήταν η Οδός του Βόλγα. Η πρώτη φορά που υπάρχει γραπτή αναφορά στην Εμπορική Οδό Βαράγγων - Ελλήνων είναι στο Ρωσικό Πρώτο Χρονικό. Οι συνέπειές της όμως είχαν παρατηρηθεί νωρίτερα, όταν οι Βυζαντινοί κατέγραψαν την ύπαρξη ενός νέου λαού στα βόρειά τους, των Βαράγγων. Αν και σήμερα για κάποιους λαούς η ονομασία Βάραγγος είναι συνώνυμο του Βίκινγκ, οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν αυτόν τον όρο μόνο για τους Σκανδιναβούς που εγκαταστάθηκαν και βασίλευσαν στη Ρωσία. Πιθανώς η Οδός πρωτοξεκίνησε στα τέλη του 8ου αιώνα μ.Χ., όταν Βάραγγοι εξερευνητές κατευθύνθηκαν προς τα ανατολικά και τα νότια, αναζητώντας σκλάβους αλλά και εμπορικά αγαθά. Η σημασία της για ολόκληρη την ευρωπαϊκή ιστορία είναι τεράστια. Η εγκατάσταση των Βαράγγων ανάμεσα στους ανατολικούς Σλάβους, η ίδρυση του κράτους των Ρως (πρώτο Ρωσικό βασίλειο) και η ανάπτυξή του, ίσως να μην είχαν συμβεί ποτέ εάν δεν υπήρχε η Εμπορική Οδός Βαράγγων - Ελλήνων. Η Οδός άρχισε να ατονεί στα τέλη του 11ου αιώνα, όταν το κράτος των Ρως απέκτησε ισχυρότερους δεσμούς με τη δυτική Ευρώπη και έστρεψε προς εκεί τα εμπορικά ενδιαφέροντά του, ενώ το Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε φάση αποσύνθεσης. Σταμάτησε οριστικά με την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204. Το εμπόριο διεξαγόταν από τους Βαράγγους, με τρόπο που θυμίζει τα καραβάνια της Ανατολής, και κάλυπτε μία τεράστια περιοχή περνώντας μέσα από δεκάδες διαφορετικές φυλές και πόλεις. Σε κάθε σημείο αγοράζονταν και πωλούνταν νέα αγαθά. Η διαδρομή ξεκινούσε με πλοία από Σκανδιναβικά εμπορικά κέντρα, όπως η Μπίρκα και το Γκότλαντ, και εκμεταλλευόταν στο έπακρο το υδάτινο ανάγλυφο της βορειοδυτικής και κεντρικής Ρωσίας.
Οι βυζαντινές πόλεις είχαν κατεξοχήν αγροτικό χαρακτήρα. Ένα μεγάλο μέρος δηλαδή του πληθυσμού τους ασχολείτο με τη γεωργία. Μόνο κάποια μεγάλα αστικά κέντρα της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας, όπως η Θεσσαλονίκη, το Δυρράχιο, η Αδριανούπολη, η Ηράκλεια, το Αμόριο, η Σμύρνη και η Τραπεζούντα, παρέμειναν σημαντικοί συγκοινωνιακοί και εμπορικοί κόμβοι στο διοικητικό και στρατιωτικό σύστημα των θεμάτων.Η διοίκηση των πόλεων εξαρτιόταν και σ' αυτή την περίοδο (867-1081) από την Κωνσταντινούπολη. Από το 10ο αιώνα τοποθετούνταν επικεφαλής της φρουράς πολλών πόλεων στρατηγοί, που αναμφίβολα έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη δημόσια ζωή. Επιπλέον, ενεργό ρόλο στις αστικές λειτουργίες διαδραμάτιζαν οι εκκλησιαστικές αρχές, οι επίσκοποι δηλαδή και μητροπολίτες, μαζί με κάποιους από τους επιφανείς και πλούσιους κατοίκους κάθε πόλης, που αναφέρονται στις πηγές ως πρωτεύοντες, κτήτορες, οικήτορες και άρχοντες. Εκτός από τους κοσμικούς, τους εκκλησιαστικούς άρχοντες και τους πλούσιους αστούς που ασχολούνταν με τις τέχνες και το εμπόριο, η ανώτερη τάξη των πόλεων περιλάμβανε επίσης τους μεγαλογαιοκτήμονες, που προτιμούσαν να περνούν το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου μακριά από τα κτήματά τους, στις αστικές κατοικίες τους. Ο αστικός πληθυσμός συμπληρωνόταν από τους υπαλλήλους της διοίκησης, τους υπόλοιπους αστούς κτηματίες και τον απλό λαό. Ο τελευταίος είχε πολιτική ισχύ που αναγνωριζόταν από τους αυτοκράτορες, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις απευθύνονταν στο λαό της Κωνσταντινούπολης και στη σύγκλητο. Επιπλέον, συχνές συγκλήσεις λαϊκών συνελεύσεων και συμβουλίων συνέχισαν να μαρτυρούνται στις πόλεις τον 11ο, αλλά και το 12ο αιώνα, παρά την απαγόρευσή τους από το Λέοντα Στ' Σοφό (886-912).
Τα κυριότερα προϊόντα (σε παρένθεση η περιοχή προέλευσης) ήταν τα ακόλουθα: Όπλα, χειροποίητα αγαθά (Σκανδιναβία). Κεχριμπάρι (Βαλτική). Ξυλεία, γούνες, μέλι, κερί (Λάντογκα, Νόβγκοροντ). Ψωμί, χειροποίητα αγαθά, ασημένια νομίσματα (Κίεβο). Κρασί, μπαχαρικά, πολυτελή υφάσματα, εικόνες, βιβλία (Βυζαντινή Αυτοκρατορία).
Η πολεοδομική οργάνωση των βυζαντινών πόλεων στην περίοδο που μελετάμε (9ος-11ος αιώνας) δεν πρέπει να έδινε πολλές δυνατότητες για συγκεντρώσεις αστικού χαρακτήρα. Σε αυτό συνηγορεί και η αρχιτεκτονική των σπιτιών, που ήταν κλειστά με εσωτερική αυλή, γεγονός που υποδηλώνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής τους ζωής οι Βυζαντινοί το περνούσαν μέσα στα σπίτια τους. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι πρέπει να αποκλείσουμε τη συναναστροφή τους στις αγορές και τη συμμετοχή τους σε διάφορες δημόσιες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις, που τους ξεκούραζαν από τον καθημερινό κάματο. Αυτές ποίκιλλαν ανάλογα με την κοινωνική θέση των Βυζαντινών και εκτείνονταν από τις μεγαλοπρεπείς τελετές της αυτοκρατορικής και πατριαρχικής αυλής ως την παρακολούθηση των θεαμάτων του ιπποδρόμου και τη συναναστροφή στα λουτρά και τις ταβέρνες ή τη συμμετοχή στις εποχιακές πανηγύρεις.
Οι "Νεαρές" των Μακεδόνων αυτοκρατόρων αποτελούν τη βασική πηγή από την οποία αντλούμε πληροφορίες για την κοινωνική διαστρωμάτωση στις πόλεις και την ύπαιθρο στην περίοδο αυτή της Μέσης Βυζαντινής εποχής (867-1081).
Η νίκη της Ορθοδοξίας, μετά την αναστήλωση των εικόνων το 843, οδήγησε στην ενίσχυση του γοήτρου της Εκκλησίας και του μοναχισμού. Η θρησκευτικότητα που χαρακτήριζε τη βυζαντινή κοινωνία εκδηλώθηκε πιο έντονα μετά τους διωγμούς, με δωρεές προς την Εκκλησία. Παρατηρήθηκε έτσι αύξηση της εκκλησιαστικής ακίνητης περιουσίας, ενώ ιδιαίτερη ακμή γνώρισαν τα μοναστήρια, που με τόση θέρμη είχαν υπερασπιστεί την Ορθοδοξία. Ο 10ος αιώνας ήταν η εποχή ίδρυσης των μεγάλων μοναστηριών στη βυζαντινή επαρχία. Ιδρύονταν όλο και περισσότερες μονές, ενώ έκαναν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους ή σταθεροποίησαν την οργάνωσή τους και οι λεγόμενες "μοναχικές δημοκρατίες" του Αγίου Όρους στον 'Aθω, του Λάτρου στη δυτική Μικρασία, της Καππαδοκίας δυτικά της Καισάρειας, του Σινά και των Μετεώρων. Τα οργανωμένα μοναστήρια είτε βρίσκονταν στην πόλη είτε στην ερημιά, είχαν και κάποια κοινωνική ή φιλανθρωπική αποστολή. Πολλά από τα βυζαντινά έργα τέχνης εξαρτώνταν και συντηρούνταν από μοναστήρια. Ειδικά επιφορτισμένοι μοναχοί, ο ξενοδόχος και ο νοσοκόμος, πρόσφεραν υπηρεσίες σε συναδέλφους τους ή επισκέπτες.
Βασικό χαρακτηριστικό της βυζαντινής κοινωνίας σε όλη την περίοδο της ιστορίας της, εκτός από την ανισότητα, υπήρξε η κινητικότητα, καθώς κύριο κριτήριο για τη διάκριση σε τάξεις ήταν πάντα ο πλούτος με συνέπεια το πέρασμα από τη μια τάξη στην άλλη να είναι εφικτό. Η "Νεαρά" του Βασιλείου Β' (976-1025), το 996, δίνει ένα παράδειγμα αδύνατου που έγινε δυνατός. Ο Φιλοκάλης λοιπόν ήταν ένας φτωχός και ειρηνικός χωρικός που εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς το κράτος, όπως και τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας στην οποία ανήκε. Με τον καιρό όμως απέκτησε αξιώματα και, όταν έγινε πρωτοσπαθάριος, πήρε σταδιακά την κυριότητα όλης της κοινότητας. Ο αυτοκράτορας, επιθυμώντας να απομακρύνει από την αγροτική κοινότητα τον κίνδυνο που προερχόταν από τους αδύνατους που έγιναν δυνατοί, κατέστρεψε από τα θεμέλια όλα τα πολυτελή κτήρια του Φιλοκάλη και τον επανέφερε στην κατάσταση του απλού χωρικού, αφήνοντάς του μόνον όση γη κατείχε αρχικά και επιστρέφοντας στους αδύνατους ό,τι τους ανήκε. Παρά το γεγονός ότι ένας αδύνατος μπορούσε να γίνει δυνατός ή το αντίθετο, ο κανόνας ήθελε τους Bυζαντινούς να γεννιούνται δυνατοί ή αδύνατοι οικονομικά και να πεθαίνουν στην ίδια κατάσταση, οι τελευταίοι μάλιστα μετά από μια ζωή σκληρών μόχθων.
Κύριο χαρακτηριστικό μιας μεσαιωνικής κοινωνίας όπως η βυζαντινή, ήταν η οργάνωση των ανθρώπων που ασκούσαν το ίδιο επάγγελμα σε σωματεία, τις λεγόμενες "συντεχνίες" ή συστήματα. Η εκλογή κάποιου επαγγέλματος ήταν ελεύθερη για τους πολίτες, ενώ η είσοδος στην αντίστοιχη συντεχνία γινόταν ύστερα από έλεγχο των ικανοτήτων του υποψηφίου. Αυτό το σύστημα υποχρέωνε τους επαγγελματίες να περιφρουρήσουν τα δικαιώματα και τα κέρδη τους και επέτρεπε στο κράτος να ελέγχει τις εμπορικές, βιοτεχνικές και άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες των πολιτών και να παρεμβαίνει σ' αυτές. Οι συντεχνίες βρίσκονταν υπό το συνεχή και αυστηρό έλεγχο του κράτους ως προς τη λειτουργία, τη δραστηριότητα και τα προϊόντα που παρήγαν ή διακινούσαν, μέσω κρατικών αξιωματούχων: των εξάρχων και των προστατών στην επαρχία και του επάρχου της πόλεως στην Κωνσταντινούπολη. Οι παραβάσεις των κρατικών διατάξεων επέφεραν μια μεγάλη ποικιλία ποινών, τις οποίες επέβαλλε ο έπαρχος και το προσωπικό της υπηρεσίας του. Από το όνομα του επάρχου της Κωνσταντινούπολης πήρε το όνομά του το "Επαρχικό Βιβλίο" του αυτοκράτορα Λέοντα Στ' Σοφού. Πρόκειται για μια συλλογή νομοθετικών κειμένων που κυκλοφόρησε πιθανόν την άνοιξη του 912 και αναφέρεται σε 21 συντεχνίες, από αυτές που λειτουργούσαν εκείνη την εποχή στην πρωτεύουσα. Οι συντεχνίες αυτές περιλάμβαναν επαγγελματίες που ασχολούνταν με την κατασκευή ή/και το εμπόριο υφασμάτων (λινών και μεταξωτών), τροφίμων και άλλων προϊόντων (αρωμάτων, χρωμάτων, κεριών, σαπουνιών), με οικοδομικά έργα, με συμβολαιογραφικές πράξεις και με τραπεζικές συναλλαγές. Από τις διατάξεις του προκύπτει ότι η συντεχνιακή οργάνωση στόχο είχε να εξασφαλίσει δύο βασικές αναγκαιότητες: τον έλεγχο των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των πολιτών και γενικότερα της αστικής οικονομίας, και την ευταξία στους διάφορους επαγγελματικούς κλάδους και στις μεταξύ τους σχέσεις.
Στο Βυζάντιο το εμπόριο ήταν οργανωμένο σε συντεχνίες από τα χρόνια του Κωνσταντίνου. Σε συντεχνίες ήταν οργανωμένοι οι χρυσοχόοι, οι ράφτες, οι έμποροι μεταξιού, οι κατασκευαστές και οι έμποροι μεταξωτών υφασμάτων, οι αρωματοπώλες, οι σαπωνοποιοί, οι κηροποιοί, οι παντοπώλες, οι κρεοπώλες, οι ιχθυέμποροι, οι αρτοποιοί, οι εργολάβοι οικοδομών και πολλοί άλλοι επαγγελματίες. Επικεφαλής της συντεχνίας ήταν ο πρόεδρος που εκλεγόταν από τα μέλη της αλλά το κράτος διόριζε δίπλα στον πρόεδρο και έναν διοικητικό υπάλληλο που ασκούσε έλεγχο στο εσωτερικό της συντεχνίας. Για να γίνει κανείς δεκτός σε μια συντεχνία έπρεπε πρώτα να προταθεί από πέντε μέλη της κι ύστερα να πάρει έγκριση από τον έπαρχο. Επίσης τις πρώτες ύλες που θα χρειαζόταν, τα εμπορεύματα που είχε δικαίωμα να πουλάει, τη μεγαλύτερη ποσότητα πρώτων υλών που θα μπορούσε να προμηθευτεί και τα όρια του κέρδους του, όλα αυτά τα καθόριζε ο έπαρχος. Ειδικοί ελεγκτές επισκέπτονταν τακτικά τα καταστήματα και ελέγχαν αν ο επαγγελματίας τηρούσε όλες αυτές τις προϋποθέσεις.
Από τον 10ο αιώνα, η αγροτική κοινότητα παρουσιάζεται αλλοιωμένη σε σχέση με την προηγούμενή της σύνθεση και σε πολλές περιπτώσεις υπό την απόλυτη κυριαρχία της μεγάλης ιδιοκτησίας. Οι "εξαρτημένοι καλλιεργητές" της γης ή πάροικοι, όπως ονομάζονταν τότε, καλλιεργούσαν γη την οποία μίσθωναν με διάφορα συμβόλαια. Κάποιοι από αυτούς ονομάζονταν, με βάση τους όρους των συμβολαίων αυτών, ημισειαστές και μορτίτες. Οι ημισειαστές καλλιεργούσαν τη γη με μέσα του γαιοκτήμονα, παραχωρούσαν σ' αυτόν το ήμισυ της παραγωγής και κρατούσαν για τον εαυτό τους το υπόλοιπο. Οι μορτίτες καλλιεργούσαν τη γη με δικά τους μέσα, έδιναν στον γαιοκτήμονα το 1/10 της παραγωγής (το οποίο οι Βυζαντινοί ονόμαζαν μορτή) και κρατούσαν για τον εαυτό τους τα 9/10. Επίσης, την περίοδο αυτή κάποιοι πάροικοι ήταν γνωστοί με ονόματα ανάλογα με τα κτήματα στα οποία δούλευαν ως μισθωτές-εργάτες. Οι εκκλησιαστικοί πάροικοι δούλευαν σε κτήματα της Εκκλησίας και οι δημοσιακοί σε κρατικά κτήματα. Υπήρχαν επίσης οι υποστατικοί πάροικοι, που καλλιεργούσαν ξένα κτήματα αλλά είχαν παράλληλα και δική τους ιδιοκτησία, ήταν δηλαδή πάροικοι ως προς το ένα μέρος των κτημάτων που καλλιεργούσαν και ελεύθεροι καλλιεργητές ως προς το άλλο. Αν και οι τελευταίοι συγκαταλέγονταν στους εύπορους γεωργούς, πολλοί από τους παροίκους γενικά ζούσαν κάτω από δύσκολες συνθήκες. Η έλλειψη εργατικών χεριών, που ήταν μια μόνιμη κατάσταση στο Μεσαίωνα, ανάγκαζε τους παροίκους όχι μόνο να καλλιεργούν το κομμάτι της γης το οποίο είχαν μισθώσει, αλλά ταυτόχρονα να προσφέρουν πρόσθετες υπηρεσίες στον ιδιοκτήτη της γης και στο κράτος, τις γνωστές αγγαρείες. Έτσι, μεγάλο μέρος της συνολικής δουλειάς έπεφτε στους ώμους τους.
Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΥΡΑΜΙΔΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
ΠΡΩΙΜΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Ο Ρομπέρ Φοσιέ υποστηρίζει πως βασική αιτία της αύξησης του πληθυσμού ήταν η σημαντική κλιματολογική μεταβολή που παρατηρήθηκε στην Ευρώπη από τον 10ον αιώνα, η οποία είχε θετικά αποτελέσματα στην Δυτική Ευρώπη, όπως την άνοδο της στάθμης των υδάτων, βελτίωση της ποιότητας του εδάφους και τακτική ηλιοφάνεια. Οι καλύτερες σοδειές που συνεπάγονται αυτές οι αλλαγές, δεν αλλάζουν το γεγονός ότι πρόσκαιρες κλιματολογικές εκδηλώσεις (ξηρασία, πλημμύρες) συνεχίζουν να προκαλούν λιμούς. Παρατηρώντας το γεγονός ότι αυτή η δημογραφική αύξηση δεν εντοπίζεται σε μια μικρή χρονική περίοδο, αλλά συνεχίζεται και τους επόμενους δύο αιώνες, είναι φανερό ότι οι όποιες αλλαγές συνετέλεσαν στην αύξηση του πληθυσμού από τον 10ο αιώνα, δεν είναι και οι αποκλειστικές αιτίες αυτής της αύξησης. Όπως αναφέρουν και οι Bernstein και Milz, η αύξηση της αγροτικής παραγωγής αποδόθηκε από ιστορικούς και στην τεχνολογική εξέλιξη της αγροτικής οικονομίας (πετάλωμα και λαιμαριά για τα άλογα, ζυγοτράχηλος για τα βόδια, υδρόμυλος, εξέλιξη της μεταλλουργίας). Πολλές όμως από αυτές τις τεχνολογικές γνώσεις είχαν κατακτηθεί και πριν από τον 10ο αιώνα, ή ακόμα και από την αρχαιότητα, αλλά η χρήση τους δεν ήταν ευρέως διαδεδομένη. Η αυξανόμενη ζήτηση ήταν αυτή που ώθησε στη διάδοση και την εξέλιξη των τεχνικών αυτών και όχι η τεχνολογική εξέλιξη την αύξηση της παραγωγής. Αυτή όμως η αύξηση ήταν απαραίτητη για τη συντήρηση του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού και χωρίς αυτήν δε θα μπορούσαμε να μιλάμε για δημογραφική έκρηξη. Συνεπώς, η δυνατότητα αύξησης της παραγωγής μπορεί να θεωρηθεί ένα ακόμα, αν όχι άμεσο, έμμεσο αίτιο της αύξησης του πληθυσμού. Θα μπορούσαμε ακόμα να αναφέρουμε τη διαδικασία ανάδρασης που δημιουργείται υπό ευνοϊκές συνθήκες όπως η σχετική ειρήνη και οι καλές κλιματολογικές συνθήκες: η αύξηση του πληθυσμού ωθεί σε αύξηση της παραγωγής με διάφορα μέσα (όπως οι εκχερσώσεις). Οι αλλαγές αυτές με τη σειρά τους οδηγούν σε νέα αύξηση του πληθυσμού, καθώς μεγαλύτερος πληθυσμός μπορεί να τραφεί ικανοποιητικά αλλά έχει και στη διάθεσή του περισσότερα μέσα (αλλά και ανάγκη) για αύξηση της παραγωγής.
Κατά τον 9ο και 10ο αιώνα η Μεσόγειος ταλαιπωρείται από τις επιδρομές των Σαρακηνών, ενώ οι κάτοικοι εγκαταλείπουν τα παράλια για να καταφύγουν στα υψώματα». Η ναυσιπλοΐα στη Μεσόγειο δεν είναι ασφαλής καθώς οι Άραβες κατακτούν τις Βαλεαρίδες, την Κορσική και την Σικελία, το 932 κατακτούν την Γένοβα και φτάνουν μέχρι τους αυχένες των Άλπεων. Στη Βόρεια Θάλασσα και τον Ατλαντικό, οι σκανδιναβικές επιδρομές δημιουργούν κι εκεί ανασφάλεια. Οι Σκανδιναβοί λεηλατούν τα παράλια, εγκαθιστούν στρατόπεδα στις εκβολές των ποταμών και ανεβαίνοντας τους ποταμούς φτάνουν μέχρι και σε πολιορκίες πόλεων.
Στα ανατολικά, γύρω στα μέσα του 9ου αιώνα, οι Μαγυάροι, πιεζόμενοι από τους Πετσενέγκους Τούρκους, μετακινούνται δυτικά και εξαπολύουν φονικές και ληστρικές επιδρομές σε πολλές περιοχές της Ευρώπης. Είναι φανερό ότι οι συνθήκες στην Ευρώπη του 9 ου και 10ου αιώνα δεν ευνοούσαν την ανάπτυξη του εμπορίου. Παρ' όλα αυτά, ήδη από αυτήν την περίοδο παρατηρούνται ενδείξεις αναβίωσης του εμπορίου. Το σχετικά περιορισμένο εμπόριο με τις μουσουλμανικές μητροπόλεις (όπως περιγράφεται από τον Le Goff) φαίνεται να επέδρασε ως μεταφορά (ή διατήρηση) «τεχνογνωσίας»: Όταν οι συνθήκες γίνανε πιο ευνοϊκές για την ανάπτυξη του εμπορίου, οι έμποροι της Δύσης ήταν σε θέση να κατανοήσουν τις δυνατότητες που τους έδινε η επιστροφή της ασφάλειας στους εμπορικούς δρόμους και να δώσουν μια πιο άμεση ώθηση στην ανάπτυξη του εμπορίου. Στην αντίθετη περίπτωση, όπου δηλαδή το εμπόριο θα ήταν πολύ πιο περιορισμένο, θα χρειαζόταν λογικά περισσότερος χρόνος για μια αισθητή ανάκαμψη. Η αύξηση της αγροτικής παραγωγής και του πληθυσμού καθώς και η ανάκαμψη του εμπορίου αποτέλεσαν τις βάσεις της ανάπτυξης των πόλεων από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα. Υπήρξαν και άλλοι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την ανάπτυξη, πολλές φορές μάλιστα διαφορετικοί σε κάθε περίπτωση. Οι δύο αυτές αλλαγές όμως φαίνεται πως υπήρξαν απαραίτητες προϋποθέσεις για αυτήν την ανάπτυξη. Η αύξηση της αγροτικής παραγωγής και του πληθυσμού συνοδεύεται από ένα κύμα εκχερσώσεων, καθώς παρ' όλη τη βελτίωση των σοδειών υφίσταται η ανάγκη μεγαλύτερων καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Οι εκχερσώσεις αποτελούν αρχικά μικρής έκτασης πρωτοβουλίες αγροτών, αργότερα όμως (τέλη 11ου αιώνα) ιδρύονται πολλές «νέες πόλεις» με προσχεδιασμένο τρόπο. Οι γαιοκτήμονες βλέπουν θετικά τις εκχερσώσεις, μια και τους αποφέρουν εισόδημα από εδάφη που μέχρι τότε δεν ήταν παραγωγικά. Έτσι, αρχικά ενθαρρύνουν τις εκχερσώσεις προσφέροντας ευνοϊκούς όρους χρήσης της γης (όπως σταθερό ενοίκιο) σε αυτούς που θα αναλάμβαναν να εκχερσώσουν ή να αποξηράνουν γη και μετά να την καλλιεργήσουν.
Η αύξηση της παραγωγής δίνει πλέον τη δυνατότητα στους αγρότες να δημιουργούν κάποια αποθέματα, τα οποία μπορούν να ανταλλαχθούν στην κοντινή πόλη με προϊόντα της βιοτεχνίας και του εμπορίου. Έτσι οι αγρότες έρχονται σε επαφή με την ανταλλακτική οικονομία. Καθώς ο πληθυσμός αυξάνεται και μαζί του αυξάνεται και το μέγεθος των πόλεων, οι πόλεις αλληλεπιδρούν με το αγροτικό τους περιβάλλον. Οι εκχερσώσεις και η απόδοση γύρω από τις πόλεις αυξάνονται για να καλύψουν τις ανάγκες των πόλεων και οι πόλεις μεγαλώνουν μέσα στο ευνοϊκό για αυτές αγροτικό περιβάλλον, προσελκύοντας ταυτόχρονα και ανθρώπους από τις γύρω αγροτικές περιοχές. Η αγροτική ανάπτυξη δεν είναι δηλαδή πλέον μόνο αίτιο ανάπτυξης των πόλεων, αλλά και αποτέλεσμα αυτής. Παρ' όλο λοιπόν που «...το τείχος μιας πόλης είναι σύνορο, και μάλιστα το πιο ισχυρό που γνώριζε εκείνη η εποχή», η πόλη και η ύπαιθρος γύρω της αναπτύσσονται παράλληλα, τόσο πληθυσμιακά όσο και οικονομικά, ανταλλάσσοντας προϊόντα, χρήμα και ανθρώπους. Δεν είναι λοιπόν απόλυτα βέβαιο το ότι η κυριαρχία των Αράβων στη Μεσόγειο αποτέλεσε το κύριο αίτιο της επιβράδυνσης του εμπορίου της Δύσης, όσο και στην άποψη ότι υπήρξε μια ρήξη στην πληθυσμιακή συνέχεια των πόλεων, με την εμπορική δραστηριότητα να ανακάμπτει με πρωταγωνιστές ξένους εμπόρους που εγκαθίστανται κοντά στις παλιές πόλεις. Το σημαντικό είναι ότι η ανάπτυξη των πόλεων δεν θα μπορούσε να γίνει όσο το εμπόριο συναντούσε δυσκολίες. Οι πόλεις, με την μορφή που πήραν την συγκεκριμένη περίοδο, δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αυτόνομα, όπως οι χωροδεσποτείες ή οι πόλεις του πρώιμου Μεσαίωνα. Η αύξηση του πληθυσμού τους απαιτεί την τόνωση του τοπικού εμπορίου με τις γύρω αγροτικές περιοχές. Από την άλλη, η φύση των δραστηριοτήτων που συγκεντρώνουν προϋποθέτει την ανάπτυξη του εμπορίου, τόσο του τοπικού όσο και του πιο μακρινού. Ενώ οι πόλεις του πρώιμου Μεσαίωνα οφείλουν την σημασία τους σε μια διοικητική λειτουργία (που σιγά σιγά ατροφεί) ή στην παρουσία ενός επισκόπου, οι πόλεις του μέσου Μεσαίωνα βασίζονται στις υπηρεσίες προς την ανταλλακτική οικονομία (για παράδειγμα τραπεζίτες) και αργότερα στην παραγωγική τους δραστηριότητα, καθώς αρχίζει να αναπτύσσεται η βιοτεχνία. Το γεγονός ότι οι πιο έντονα αστικοποιημένες περιοχές βρίσκονται εκεί όπου καταλήγουν εμπορικοί (χερσαίοι και θαλάσσιοι) δρόμοι, αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο για τον ρόλο του εμπορίου στην ανάπτυξη των πόλεων.
Πέρα από τις αλλαγές που αποτέλεσαν την βάση και έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη των πόλεων, υπήρξαν και άλλοι, επιμέρους παράγοντες που έπαιξαν ρόλο στην ανάπτυξη συγκεκριμένων πόλεων. Λόγοι όπως η εγκατάσταση ενός μοναστηριού, η ανάγκη για ειρήνη και ασφάλεια, ή στρατηγικοί λόγοι, όπως ο γερμανικός εποικισμός που οδήγησε στη δημιουργία νέων πόλεων στα ανατολικά. Η ανάπτυξη των πόλεων συνδυάζεται με την εμφάνιση μιας νέας τάξης, της τάξης που η ύπαρξή της είναι άμεσα συνυφασμένη με την ανάπτυξη του εμπορίου, της βιοτεχνίας και των δραστηριοτήτων των σχετικών με το χρήμα. Είναι αναγκαία μια μετατόπιση εξουσιών που θα εξυπηρετεί καλύτερα τις νέες λειτουργίες της πόλης. Παρατηρείται έτσι το φαινόμενο πολλές πόλεις να διεκδικούν και να αποσπούν λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένα δικαιώματα αυτοδιοίκησης. Οι διεκδικήσεις αυτές σε πολλές πόλεις προέρχονται από μια ένωση κατοίκων δεμένων με όρκο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα οι πόλεις με τις πιο διευρυμένες ελευθερίες να αποκαλούνται «κοινότητες» ή «κομμούνες». Το γεγονός ότι σε πολλές πόλεις συμμετείχε στην κοινότητα ολόκληρος ο αστικός πληθυσμός μπορεί εκ πρώτης όψεως να δώσει την εντύπωση ότι την συγκεκριμένη περίοδο εκδηλώθηκε μια «επανάσταση των αστών». Οι παλιοί φορείς της εξουσίας - επίσκοποι, εφημέριοι, κληρικοί των καθεδρικών ναών, μοναχοί, χωροδεσπότες, ιππότες, πρωτότοκοι γιοί ευγενών οικογενειών που μετανάστευσαν στην πόλη – συνυπάρχουν με τη νέα άρχουσα τάξη. Παράλληλα, υπάρχει μια ταξική διαστρωμάτωση που οφείλεται στις μεγάλες διαφορές περιουσίας. Δίπλα στην αστική αριστοκρατία και στους πλούσιους μεγαλέμπορους αστούς, δημιουργείται μια «μεσοαστική» τάξη που αποτελείται από βιοτέχνες, μικρεμπόρους, γραφιάδες κ.α. Τεχνίτες και υπάλληλοι αποτελούν τον «κοσμάκη» (popolo minuto) και ακόμα πιο κάτω οι απόκληροι της αστικής κοινωνίας - ξεριζωμένοι αγρότες, δραπέτες, θύματα του λοιμού ή της ανασφάλειας κλπ. Φαίνεται λοιπόν ότι στις περισσότερες πόλεις κυριαρχούσε μια ολιγαρχία εύπορων εμπόρων, η οποία δεν συγκρούεται με την παλιά αριστοκρατία για ν’ αποκτήσει προνόμια και ελευθερίες, αλλά συνεργάζεται με αυτή για τη διατήρηση της ισχύος στα χέρια των πλουσιότερων. Η εξουσία, ακόμη και μετά την εμφάνιση του κοινοτικού κινήματος, παραμένει στα χέρια μιας ολιγαρχίας που προέρχεται από τη συνεργασία της αριστοκρατίας της γης και της νέας «αριστοκρατίας του χρήματος» και η οποία αποτελεί μέρος του φεουδαρχικού συστήματος χωρίς να έρχεται σε αντίθεση μαζί του.
Η φεουδαρχία, ως σύστημα, είχε αγροτική βάση. Ήταν ένα σύστημα κατοχής και εκμετάλλευσης γης. Η ανάπτυξη των πόλεων μεταξύ 11ου και 13ου αιώνα λειτούργησε φεουδαρχικά, όμως μακροπρόθεσμα, η αστική τάξη υπονόμευσε σταδιακά την φεουδαρχία ενσωματούμενη στο υπάρχον φεουδαρχικό σύστημα, επιβάλλοντας την κυριαρχία της στη γύρω περιοχή και στους μικρούς χωροδεσπότες και υποκαθιστώντας στην πόλη την παραδοσιακή εξουσία του ηγεμόνα με μια ολιγαρχική εξουσία. Αντίθετα, η πολιτική του Βυζαντίου, ήδη από την εποχή του Βασίλειου του Β' των Μακεδόνων, προσανατολιζόταν συστηματικά στην καταπολέμηση της μεγάλης γαιοκτησίας και στον τακτικό αναδασμό της γης στους μικρούς καλλιεργητές. Αυτό δεν σημαίνει πως στο Βυζάντιο δεν υπήρξαν οι Δυνατοί, δηλαδή οι μεγαλοτσιφλικάδες: απλώς η όλη κρατική δομή δεν ευνοούσε την ανάπτυξη της ιδιοκτησίας τεράστιων εκτάσεων καλλιεργήσιμης γης. Και ο λόγος, προφανώς, ήταν η συνεχής απειλή που οι "Δυνατοί" συνιστούσαν για τη συνοχή της αυτοκρατορικής ισχύος. Το Βυζάντιο ήταν αυτοκρατορία, και ως αυτοκρατορία θα έληγε τις μέρες του στον ιστορικό χάρτη.
Σε κάθε είδος βιοτεχνίας η αντίστοιχη συντεχνία κανόνιζε τους όρους εργασίας, τα όρια των μισθών, τις τιμές πωλήσεως και τα νόμιμα κέρδη. Κανένας άνδρας δεν μπορούσε να είναι μέλος σε περισσότερες από μία συντεχνίες και μάλιστα δεν ήταν υποχρεωμένος να ανήκει και σ' αυτή τη μία. Για να γίνει κανείς μέλος μια συντεχνίας έπρεπε να πληρούνται μερικοί όροι. Οι δύο πρώτοι απ' αυτούς ήταν : να ήταν ειδικευμένος τεχνίτης στο είδος του και να πληρώνει κάποιο ποσό σαν δικαίωμα εγγραφής. Δεν ήταν απόλυτα αναγκαίο ο γιός να ακολουθεί το επάγγελμα του πατέρα, πάντως στην περίπτωση που διαδέχονταν τον πατέρα του στην ίδια δουλειά η εισδοχή του στη συντεχνία δεν ήταν αυτονόητη. Επικεφαλής της συντεχνίας ήταν ο πρόεδρος που εκλεγόταν από τα μέλη της και που έπρεπε να εγκριθεί από τον έπαρχο, ο οποίος ασκούσε έλεγχο στο εσωτερικό της συντεχνίας. Ο τελευταίος διορίζει επίσης κι έναν βοηθό του που ανήκει στην υπαλληλία της επαρχιακής διοικήσεως. Για να γίνει κανείς δεκτός σε μια συντεχνία έπρεπε πρώτα να υποβάλλει στον έπαρχο μια αίτηση, η οποία έπρεπε να υποστηρίζεται από τουλάχιστον πέντε τιτλούχα μέλη της συντεχνίας, τα οποία εγγυώνται από ηθική και υλική πλευρά, για την τιμιότητα και της επαγγελματικές ικανότητες του υποψηφίου. Αν τελικά η αίτηση του γίνει δεκτή, θα πάρει άδεια να ασκεί το εκλεγμένο από τον ίδιο επάγγελμα και θα κληθεί να καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο ένα δικαίωμα εγγραφής, που ποικίλλει ανάλογα με τη συντεχνία. Ύστερα από αυτό θα μπορέσει να ανοίξει το κατάστημά του. Αλλά δεν θα εκλέξει ο ίδιος τη θέση του. Αυτή θα καθορισθεί από τον έπαρχο, στην περιοχή που βρίσκονται και οι άλλοι έμποροι και τεχνίτες που ασκούν το ίδιο επάγγελμα. Επίσης τις πρώτες ύλες που θα χρειαζόταν, τα εμπορεύματα που είχε δικαίωμα να πουλάει, τη μάξιμουμ ποσότητα που θα μπορούσε να προμηθευτεί και τα όρια του κέρδους του, τον προμηθευτή στον οποίο πρέπει να απευθυνθεί, όλα αυτά τα καθόριζε ο έπαρχος. Επιπλέον, τα εμπορεύματα, όπως και τα προϊόντα της εργασίας του, πριν περάσουν στην αγορά, έπρεπε να σφραγιστούν από τους υπαλλήλους της «νομαρχιακής διοικήσεως». Αυτό ήταν μια υποχρεωτική διαδικασία, που δεν επέτρεπε καμία εξαίρεση. Ειδικοί ελεγκτές επισκέπτονταν τακτικά τα καταστήματα και έλεγχαν αν ο επαγγελματίας τηρούσε όλες αυτές τις προϋποθέσεις. Οι χώροι, όπου διεξαγόταν το εμπόριο ήταν συνήθως αρκετά μικροί και δεν μπορούσαν να χωρέσουν περισσότερα από πέντε ή έξη άτομα. Ένα χαμηλό τραπέζι, πάνω στο οποίο είναι αραδιασμένα τα εμπορεύματα, χωρίζει τους πελάτες από το εσωτερικό του καταστήματος, όπου στέκεται ο καταστηματάρχης και ενδεχομένως οι υπάλληλοι του ή οι εργάτες του. Όταν πρόκειται για προϊόντα τρεχούσης καταναλώσεως, ο έμπορος μπορεί να τα εκθέσει έξω, μπροστά στην είσοδο του καταστήματος του. ΠΩΛΗΤΕΣ ΨΩΜΙΟΥ Στο Βυζάντιο η παραγωγή και η πώληση ήταν αυστηρά διαχωρισμένες και τα περιθώρια του κέρδους καθορισμένα από το κράτος, έτσι γινόταν πρακτικά αδύνατη η ανάπτυξη μεγάλων εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων με αποτέλεσμα να γίνεται αδύνατη η συσσώρευση μεγάλων περιουσιών, οι οποίες παρέμειναν για αιώνες αποκλειστικότητα των ευγενών και του κλήρου. Οι παραγωγοί και οι επιχειρηματίες , εφ' όσον δεν έκαναν εμπορικές πράξεις παράνομες -πράγμα καθόλου σπάνιο- όφειλαν να περιοριστούν σ' ένα μέτριο κέρδος. Για παράδειγμα ένα χρυσοχόος, στον οποίο απαγορεύεται να αγοράσει για τις ανάγκες τις δουλειάς του, περισσότερες από μία λίβρα χρυσού την κάθε φορά, είτε πρόκειται το μέταλλο να υποβληθεί σε επεξεργασία, είτε όχι, δεν μπορεί να αγοράσει δεύτερη, πριν αποδείξει ότι χρησιμοποίησε ολοκληρωτικά την πρώτη. Απ' αυτό προερχόταν μια σημαντική καθυστέρηση του ρυθμού της παραγωγής και μια αισθητή ελάττωση της εμπορικής αποδόσεως της επιχειρήσεως. Ανάλογους περιορισμούς είχαν και άλλοι επαγγελματίες. Οι ιχθυέμποροι πωλούσαν τα ψάρια τους στην τιμή που όριζε το κράτος, οι παντοπώλες είχαν καθορισμένα ποσοστά κέρδους (16 με 17%), ενώ οι έμποροι μεταξιού αγόραζαν το ακατέργαστο μετάξι από τους παραγωγούς χωρίς να έχουν δικαίωμα να το κατεργαστούν οι ίδιοι. Ήταν υποχρεωμένοι να το μεταπωλούν στους κατεργαστές μεταξιού (καταρτάριους). Αλλά και οι καταρτάριοι είχαν τους δικούς τους περιορισμούς. Έπρεπε πρώτα να δηλώσουν την ποσότητα του μεταξιού που ήθελαν να κατεργαστούν και να βεβαιώσουν ότι διέθεταν τα αναγκαία κεφάλαια. Στη συνέχεια αναλάμβαναν τα κρατικά εργαστήρια βαφής του μεταξιού, ενώ υπεύθυνοι για τη λιανική πώληση ήταν ειδικοί έμποροι μεταξωτών υφασμάτων που είχαν το δικαίωμα να πωλούν μόνο μεταξωτά υφάσματα.
ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΥΤΗ ΤΩΝ ΑΛΙΕΩΝ Κάθε συντεχνία αγόραζε τις πρώτες ύλες που χρειάζονταν όλα τα μέλη της και ύστερα τις διένεμε σ' αυτά. Τα έτοιμα προϊόντα κάθε βιοτεχνίας προωθούνταν για πώληση σε ορισμένα σημεία της πόλεως που είχαν με ακρίβεια προκαθορισθεί. Μόνο οι παντοπώλες ήταν ελεύθεροι να ανοίξουν το κατάστημά τους σ' οποιονδήποτε δρόμο, γιατί αυτοί πουλούσαν είδη πρώτης ανάγκης: τυρί, λάδι, βούτυρο, αλεύρι, μέλι, κρέας, ψάρια, παστά, λαχανικά. Οι αγρότες επίσης είχαν άδεια να πουλούν απ' ευθείας τα προϊόντα τους στους καταναλωτές. Πλανόδιοι τέλος μικροπωλητές έκαναν ζωηρό εμπόριο μεταχειρισμένων, δευτέρας ποιότητας υφασμάτων. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΛΙΝΘΩΝ Οι μισθοί κανονίζονταν μέσω των συντεχνιών. Διατηρούνταν εξαιρετικά χαμηλοί. Εν πάση περιπτώσει μέχρι τα τέλη του 6ου αι. τα μέλη των συντεχνιών έπαιρναν μόνο ένα μέρος του μισθού τους σε χρήμα κι ένα σημαντικό μέρος σε είδος. Πολλά μέλη των συντεχνιών εργάζονταν στα σπίτια τους, όπου βοηθούνταν από τις γυναίκες τους, από υπαλλήλους ή μαθητευομένους. Παραβίαση του θεσμού της συντεχνίας τιμωρούνταν με πρόστιμο ή ακρωτηριασμό ή απομάκρυνση από το επάγγελμα. Η απομάκρυνση πάντως από τη συντεχνία δεν συνεπαγόταν μόνιμη ανεργία καθώς υπήρχε η δυνατότητα προσφοράς χειρωνακτικής εργασίας σε οποιονδήποτε τη χρειαζόταν, ενώ πολλοί ( μεταλλουργοί, λινουφαντουργοί, υποδηματοποιοί) κατέφευγαν σε μοναστήρια. Κατά την πρώτη φάση της Βυζαντινής ιστορίας τα πιο σπουδαία εργαστήρια που κατασκεύαζαν πανάκριβα αντικείμενα (διαμαντικά, μεταξωτά) είχαν ιδρυθεί μέσα στον περίβολο των Ανακτόρων της Κωνσταντινουπόλεως. Οι συντεχνίες που τα είχαν αναλάβει για να εργάζονται σ' αυτά χαρακτηρίζονταν αυτοκρατορικές και είχαν το προβάδισμα έναντι των άλλων συντεχνιών. Δική τους προνομιακή αρμοδιότητα ήταν να στολίζουν με παραπετάσματα πορφυρομέταξα και με στολίδια από χρυσάφι κι ασήμι την εξέδρα που χρησιμοποιούσε ο αυτοκράτορας, όταν επισκεπτόταν μια συντεχνία. Μάλιστα, κατά την πρώτη περίοδο της Βυζαντινής μεταξοβιοτεχνίας, η βιοτεχνία του μεταξιού ελέγχονταν από πέντε τουλάχιστο συντεχνίες. Μία περιελάμβανε τους εμπόρους-εισαγωγείς της πρώτης ύλης, άλλη εκείνους που έφεραν έτοιμα μεταξωτά υφάσματα ή έτοιμα φορέματα, μια τρίτη αποτελούσαν οι νηματουργοί και υφαντουργοί, σε τέταρτη ανήκαν οι βαφείς και την πέμπτη σχετική συντεχνία αποτελούσαν εκείνοι που πουλούσαν τα μεταξωτά υφάσματα. Πάντως οι εργάτες κεραμεικής και βυρσοδεψίας αποτελούσαν τις μεγαλύτερες συντεχνίες στη χώρα. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΒΑΛΤΕΡ ΖΕΡΑΡ,Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ,ΔΗΜ. Ν. ΠΑΠΑΔΗΜΑ,ΑΘΗΝΑ 1999 RICE TALBOT TAMARA,O ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ,ΔΗΜ. Ν. ΠΑΠΑΔΗΜΑ,ΑΘΗΝΑ 1980 Norwich, J.J. "Byzantium", Vol. II-The Apogee Vasiliev, A. "History of the Byzantine Empire, 324–1453" Ostrogorsky, G. "History of the Byzantine State"
1034 μ.Χ. Ο δεκαεννιάχροννος πρίγκηπας Χάραλντ Sigurdsson (ο μελλοντικός Hardrada της Νορβηγίας) εισέρχεται στην Αυτοκρατορική υπηρεσία του Βυζαντίου, μαζί με 500 Βάραγγους πολεμιστές. Σύμφωνα με τον χρονικοχράφο Snorri Sturlusson, « Ο Χάραλντ υπηρέτησε στις γαλέρες με τη δύναμη που πήγε στη Ελληνική θάλασσα ». Οι πληροφορίες για τη σταδιοδρομία του Χάραλντ στην Βυζαντινή υπηρεσία είναι ελλιπείς και συχνά αναξιόπιστες, ιδιαίτερα οι αναφορές Σκανδιναυικών θρύλων (Sagas). Υπάρχουν ενδείξεις ότι πολέμησε τους Άραβες και τους Πετσενέγους (Σκύθες), και ίσως επισκέφτηκε την Ιερουσαλήμ. Υπηρέτησε σίγουρα στη Σικελία και τη Βουλγαρία, και ίσως σε επιχειρίσεις εναντίον Αράβων πειρατών. 1038 - 1041 μ.Χ. Η Ιταλική πόλη του Μπάρι επαναστάτησε ενάντια στην Αυτοκρατορική εξουσία το 1038, για να ακολουθηθεί το 1040 από την Mottola. Το Μπάρι ανακατελήφθη εκ νέου το ίδιο έτος, και ο νέος κατεπάνω Μιχαήλ Δοκειανός, είχε Βάραγγους στο στρατό του. Οι Σκανδιναυικοί θρύλοι αναφέρουν ότι ο Χάραλντ συμπεριλανβανόταν σε αυτόν το στρατό. Υπάρχουν αναφορές ότι πολέμησε ενάντια σε Λογγοβάρδους (Λομβαρδούς) και Φράγκους (Νορμανδούς).
Σκηνές από την καθημερινή ζωή στον Μεσαίωνα: το Λονδίνο θεμελιώνεται βάσει μιας πρώτης γέφυρας που χτίστηκε πάνω από τον Τάμεση:
Η εικόνα χρονολογείται γύρω στο 1150 και απεικονίζει αξιωματούχους που δέχονται και ζυγίζουν τα νομίσματα των φορολογούμενων στο Ουέστμίνστερ της Αγγλίας.
Απεικόνιση από το βιβλίο ασμάτων Cantigas de Santa Maria, χρονολογείται γύρω στο 1280 και βρέθηκε στο μοναστήρι του El Escorial. Οι τρουβέροι παίζουν μουσική και αφηγούνται.
Εικόνα από το Tacuinum Sanitatis, ένα μεσαιωνικό εγχειρίδιο Ιατρικής που χρονολογείται πριν από το 1400 και απεικονίζει χωρικό να μαζεύει τη σοδειά μαζί με την κόρη του.
Γαλλοφλαμανδική εικόνα του 1275 που απεικονίζει ζευγάρι να παίρνει το μπάνιο του. Η υγιεινή είναι ένδειξη πολιτισμού στον Μεσαίωνα.
Στην απεικόνιση αυτή του 1491 ένας χειρουργός βγάζει την πέτρα από τη χολή ενός ασθενούς.
Ξυλογλυπτική του 1491 από το βιβλίο του Jacob Meydenbach "Hortus Sanitatis" ("Κήπος της Υγείας") που απεικονίζει καθαρμό με Τυριακό ενώ τα φίδια τρώνε πουλιά και τα αυγά τους. Το δηλητήριο που χρησιμοποιούσαν οι μεσαιωνικοί γιατροί ονομαζόταν Τυριακόν και θεράπευε από δάγκωμα φιδιού.
Εικόνα του 1250: ένας Ιππότης αιφνιδιάζει μια Λαίδη στο μπάνιο της.
Απεικόνιση που χρονολογείται γύρω στο 1340 από το "Ρομάντζο του Αλεξάνδρου": ρούχα που έχουν μολυνθεί από την πανούκλα.
Απεικόνιση της περιόδου 1390-1400 από το Tacuinum Sanitatis - μια γυναίκα κουνάει απειλητικά ένα ξύλο για να διώξει το σκυλί που πίνει το γάλα λίγο μετά την παρασκευή τυριού. Κρέας, τυρί και δημητριακά συνθέτουν τη μεσαιωνική δίαιτα των εύπορων τάξεων.
Απεικόνιση λεχώνας του πρώιμου δέκατου τέταρτου αιώνα: στον Μεσαίωνα ήταν τεράστιο το ποσοστό της θνησιμότητας των γυναικών κατά τη γέννα.
Μεταφορά βρεφών σε καλάθια, όπως απεικονίζεται γύρω στα 1338-44.
Επίσκοπος παντρεύει ζευγάρι στον πρώιμο δέκατο τέταρτο αιώνα (Αρχείο της Ταραθόνα, Ισπανία).
Απεικόνιση μεταξύ 1338 και 1344 από τη "Σύντομη Ιστορία της Βρετανίας" του John Richard Green: παιδιά σχολείου διαβάζουν τα βιβλία τους.
Απεικόνιση γύρω στα 1450 χωρικών που δειπνούν στο χωριό Moegeldorf της Γερμανίας.
Εικόνα του δέκατου τέταρτου αιώνα από το Tacuinum Sanitatis που απεικονίζει οικιακές εργασίες.
Εικόνα του 1450 που απεικονίζει τη γιορτή του "Μεσοκαλόκαιρου" (Midsummer Night).
Αρχές δεκάτου τετάρτου αιώνα: τέσσερεις άνδρες παίζουν το παιχνίδι 'bob-apple", που σύντομα εντάσσεται στους εορτασμούς της παραμονής των Αγίων Πάντων (Halloween).
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΑΡΟΛΙΓΓΕΙΑ ΕΥΡΩΠΗ
Κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα, οι ρωμαϊκές πολιτισμικές παραδόσεις συνέχισαν να κυριαρχούν στη Γαλατία νοτίως του γερμανικού γλωσσικού συνόρου. Ο κλήρος προσπάθησε να περιορίσει την εκπαίδευση αποκλειστικά στις επισκοπικές και μοναστικές σχολές, πιστεύοντας ότι σκοπός της μάθησης ήταν η μελέτη των μυστηρίων του Θεού. Ο βασιλιάς Χιλπέριχος Α' της Νευστρίας (561-684) έγραψε λατινική ποίηση και ύμνους και επιχείρησε, χωρίς όμως να το πετύχει, να προσθέσει τέσσερα ελληνικά γράμματα στο λατινικό αλφάβητο. Η διαταγή του να διδάσκεται αυτή η αλλαγή σε όλους τους μαθητές των πόλεων υποδηλώνει ότι υπήρχε μεγάλος αριθμός μαθητών. Αυτό το αμάρτημα της οίησης, σε συνδυασμό με τις απόπειρές του να θέσει την Εκκλησία υπό κοσμική εποπτεία, ανάγκασε τον Γρηγόριο της Τουρ να τον επικρίνει για ντιλεταντισμό και να τον συγκρίνει με τον Νέρωνα. Στη γερμανική Ευρώπη αναπτύχθηκε προφορική λογοτεχνική παραγωγή, βασισμένη στις τοπικές διαλέκτους. Πολλά ποιήματα μελοποιήθηκαν και τελικά αποτυπώθηκαν γραπτώς. Συνήθως τα ποιήματα αυτά μιλούσαν για περιπλανήσεις, πολέμους και για δεσμούς συγγένειας και φιλίας. Η Μπαλάντα του Χίλντεμπραντ, από την οποία σώζεται ένα απόσπασμα, αναφέρεται σε έναν πατέρα και τον γιο του, που χωρίστηκαν όταν το παιδί ήταν βρέφος, επειδή ο πατέρας έπρεπε να φύγει μακριά, μαζί με τον άρχοντά του, τον Θεοδώριχο, για να γλιτώσει από τον Οδόακρο. Αργότερα, όταν ο ενήλικος πλέον γιος ακολούθησε τον δικό του άρχοντα, πατέρας και γιος ανακάλυψαν ότι πολεμούσαν μεταξύ τους.
Η ανάπτυξη της λογοτεχνίας στις τοπικές γλώσσες σημειώθηκε πρώτα στη Βρετανία, όπου η λατινική λογοτεχνική παράδοση είχε εισαχθεί με κάποια καθυστέρηση. Διασώζονται αρκετά δείγματα κελτικής και αγγλοσαξονικής λυρικής ποίησης. Τα περισσότερα έργα, μερικά από τα οποία είναι υψηλής αισθητικής αξίας, είναι ανώνυμα. Ο «Περιπλανώμενος» μιλά για έναν άνδρα, πιθανόν φυγόδικο, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του και να στερηθεί τους συγγενείς του. Το απόσπασμα «Το Ερείπιο» γράφτηκε με ελεγειακή διάθεση από κάποιον παρατηρητή των ερειπίων της ρωμαϊκής πόλης Μπαθ (Aquae Calidae). To πιο διάσημο έργο στην καθομιλουμένη κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα είναι ο Βεοβούλφος, τον οποίο προφανώς τραγουδούσαν βάρδοι επί ολόκληρες γενιές μέχρι την καταγραφή του, στις αρχές του 8ου αιώνα, στη βόρεια Αγγλία. Πιθανόν ο συγγραφέας του να ήταν χριστιανός, αλλά το περιβάλλον είναι παγανιστικό σκανδιναβικό· επιπλέον, αν και το ποίημα είναι γραμμένο σε αρχαία αγγλικά, οι Άγγλοι δεν αναφέρονται διόλου. Ο ήρωας Βεοβούλφος ήταν ένας νεαρός πολεμιστής των Γιάετ στην υπηρεσία του βασιλιά Χρόθγκαρ των Δανών. Έσωσε το βασίλειο του κυρίου του σκοτώνοντας ένα τέρας ονόματι Γκρέντελ, και μετά τη μητέρα του τέρατος, σε μια τρομερή υποβρύχια μονομαχία μέσα σε μια λίμνη. Αφού έτσι απέκτησε φήμη, ο Βεοβούλφος επέστρεψε στη δική του φυλή, τους Γιάετ, και έγινε βασιλιάς. Όταν ήταν πια γέρος σκότωσε έναν δράκο που λυμαινόταν τη γη του, αλλά στην ύστατη αναμέτρηση πληγώθηκε θανάσιμα.
Μύθοι των Κελτών
Blodeuwedd: Η ΨΕΎΤΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ-ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΟΥ ΟΥΑΛΙΚΟΥ ΜΥΘΟΥ
Ένας ουαλικός μύθος με τον τίτλο "Spoils of Annwn" αφηγείται την επιδρομή του Αρθούρου στον Άλλο Κόσμο (Annwn) και παραπέμπει στην ομηρική "Νέκυια".
Ο Oenghus mac Oc ήταν ιρλανδικός θεός της Νεότητας,γιος των θεϊκών μορφών Daghdha και Boann. Η μάνα του Boann ήταν ήδη έγκυος στον Oenghus όταν παντρεύτηκε, και το παράνομο ζευγάρι εραστών που ήταν οι γονείς του μπόρεσαν, με τη συνεργία του Ήλιου, να κρύψουν τη μοιχεία από τον σύζυγο της μητέρας, τον Nechtan.
Rhiannon η Νύμφη των Αλόγων Το πρώτο μέρος του έπους "Mabinogion" αφηγείται την ιστορία του Pwyll, άρχοντα της νοτιοδυτικής Ουαλίας, που ερωτεύτηκε τη νύμφη των αλόγων Rhiannon και μαζί της απέκτησε τον Pryderi ("φροντίδα των αλόγων").
Η ιστορία του Ιερού Δισκοπότηρου
Το Holy Grail υποτίθεται πως ήταν το ποτήρι του Μυστικού Δείπνου που χρησιμοποίησε ο Ιησούς. Η πρώτη λογοτεχνική χρήση του δισκοπότηρου έγινε από τον συγγραφέα Chrétien de Troyes στο έργο του Πάρσιφαλ (Perceval), που γράφτηκε ανάμεσα στο 1181 και το 1190.
Οι μύθοι του Αγίου Δισκοπότηρου κυριαρχούν στη μεσαιωνική φιλολογία.
According to myth, King Arthur’s wizard Merlin still roams Glastonbury Tor. © Alamy Μεσαιωνική "ταπισερί" που ονομάζεται "Ο θρύλος του Άγιου Δισκοπότηρου", έχει ύψος δυόμισι μέτρα και σχεδόν επτά μέτρα μήκος. Εκτίθεται στο Μουσείο Τέχνης του Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας.
Αρθούρος και Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης
Ο βασιλιάς Αρθούρος (Arturus) θρυλούται πως ήταν επικεφαλής των ηρωϊκών πολεμιστών που ηγήθηκαν της αντίστασης των Βρετανών κατά των επιδρομέων Σαξόνων, ανάμεσα στον πέμπτο και τον έκτο αιώνα μ.Χ.
Σύμφωνα με τον ποιητή του δέκατου τρίτου αιώνα Layamon, ο Αρθούρος παρήγγειλε σε ξυλουργό την Στρογγυλή Τράπεζα, που χωρούσε 1,600 άνδρες της αδελφότητάς του.
O Mάγος Μέρλιν είναι εξέχουσα μορφή των ιστοριών των σχετικών με τον Αρθούρο.
Η νύμφη Armorica αναφέρεται ως νεράιδα στη "Ζωή του Μέρλιν" που συνέγραψε το 1150 ο μεσαιωνικός μυθουργός Geoffrey of Monmouth.
Πρώιμοι κελτικοί μύθοι ήδη ανέφεραν το Holy Grail, δίνοντας έδαφος σε αφηγήσεις για ήρωες που ξυπνούσαν τους νεκρούς και υπερνικούσαν τα φυσικά φαινόμενα. Οι 150 Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης ξεκίνησαν τον αγώνα τους για επανεύρεση του Άγιου Δισκοπότηρου όταν αυτό εμφανίστηκε, στη γιορτή της Πεντηκοστής, στον ιππότη Camelot. Από τους ιππότες αυτούς κατόρθωσαν τον στόχο τους μόνον ο Σερ Galahad, ο Πάρσιφαλ και ο Σερ Bors.
Ο ποιητής Chrétien de Troyes αφηγείται τον έρωτα του Λάνσελοτ με την Γκουίνεβιρ. (εικονογραφία από τον "Θάνατο του Αρθούρου")
Επτά μύθοι για τον Ρομπέν των Δασών
Επινοημένος, αρχετυπικός ήρωας που αντιπροσωπεύει τον τύπο του "εγκληματία" των μέσων του δέκατου τρίτου αιώνα. Τοποθετείται στην εποχή της βασιλείας του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου και αντιτίθεται στον Ιωάννη τον Ακτήμονα, πρόδρομο της δυναστείας των Τυδώρ. Παρουσιάζεται ως φιλάνθρωπος που δίνει τα κλοπιμαία του στους φτωχούς χωρικούς, ή ως εκτοπισμένος ευγενής του Χάτιγκτον. Σχετική μεσαιωνική μπαλάντα είναι το τραγούδι "The Lyttle Geste of Robyn Hode", που γράφτηκε μεταξύ του 1492 και του 1510.
1880: ο Ρομπέν των Δασών και η Λαίδη Μάριον.
Υποτίθεται ότι η σορός του Ρομπέν βρίσκεται στο Kirklees Priory του Yorkshire.
Η παρέα του Ρομπέν των Δασών είναι αντιπροσωπευτική των καταπιεσμένων κοινωνικών τάξεων της Αγγλίας εκείνης της εποχής.
Περίπου 1600: ο Ρόμπιν Χουντ παρέα με τον έκπτωτο ιερέα Τζωνάκη (Little John).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου